Πρακτικά

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΗ Δ΄ Τρίτη 22 Οκτωβρίου 2002 «Συμμόρφωση της Διοίκησης προς τις δικαστικές αποφάσεις και προαγωγή των δικαστών των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων στο βαθμό του συμβούλου Επικρατείας»

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΗ Δ΄


Τρίτη 22 Οκτωβρίου 2002


ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗ ΠΑΠΑΚΩΣΤΑ-ΣΙΔΗΡΟΠΟΥΛΟΥ: Κύριε Πρόεδρε, κυρία και κύριοι συνάδελφοι, τότε, όταν οι καιροί ήταν άλλοι και τα ήθη ήταν άλλα, ο Αριστοτέλης έλεγε: "Η δικαιοσύνη είναι η μόνη από τις αρετές που χρειάζεται". Ως αρετή, λοιπόν, ο Αριστοτέλης ορίζει τη δικαιοσύνη και βεβαίως υποδεικνύει την αξία της.
Στο νομοσχέδιο, το οποίο πρόκειται να συζητήσουμε, το οποίο έχει τίτλο "Συμμόρφωση της Διοίκησης προς τις δικαστικές αποφάσεις και προαγωγή των δικαστών των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων στο βαθμό του Συμβούλου Επικρατείας" βλέπουμε ότι μεταξύ πολλών άλλων επιχειρείται από την Κυβέρνηση να εξομαλυνθεί κυρίως η καχυποψία η οποία χαρακτηρίζει τις σχέσεις κράτους και πολιτών.
Βεβαίως διαπιστώνουμε από το παρόν σχέδιο νόμου ότι τα πάντα μετατίθενται στις πλάτες της δικαιοσύνης. Θεωρεί η Κυβέρνηση, η οργανωμένη πολιτεία, ότι η δικαιοσύνη ουσιαστικά είναι για να θεραπεύει πάσαν νόσο, για να δέχεται από την άλλη πλευρά και τα πυρά βεβαίως στελεχών της Κυβέρνησης και ιδίως του Γενικού Γραμματέα του ΠΑ.ΣΟ.Κ., του κ. Λαλιώτη, ο οποίος τελευταία μας επεφύλαξε ιδιαίτερη μεταχείριση, όσον αφορά τη συμπεριφορά του απέναντι στους λειτουργούς και την ελληνική δικαιοσύνη όπου ουσιαστικά αναφέρθηκε σε απόφαση της Εισαγγελίας Εφετών να τεθεί στο αρχείο η υπόθεση της λιβεριανής εταιρείας "MAYO" λέγοντας ότι θα πρέπει να γνωρίζουν και οι δικαστικοί λειτουργοί ότι σε ένα δημοκρατικό σύστημα, σε μία ευνομούμενη δημοκρατία και οι κρίνοντες, κρίνονται. Αυτή είναι η άποψη την οποία έχουν τα κορυφαία στελέχη της Κυβέρνησης για τη δικαιοσύνη και για το ρόλο τον οποίο πρέπει να παίζει αυτή σε μία δημοκρατική και ευνομούμενη πολιτεία.
Με το υπό ψήφιση, λοιπόν, νομοσχέδιο επιδιώκεται η συμμόρφωση της διοίκησης, μιας διοίκησης η οποία με πράξεις και παραλείψεις της εκτελεστικής εξουσίας έχει φθάσει σε αυτό το σημείο στις δικαστικές αποφάσεις, θέμα το οποίο βεβαίως αυτονόητα θα έπρεπε όλοι μας να λαμβάνουμε υπόψη μας στην καθημερινή πρακτική. Υπάρχει σχετική διάταξη στο άρθρο 94 του Συντάγματος.
Συνιστώνται τελικά με το συγκεκριμένο σχέδιο νόμου τριμελή συμβούλια τα οποία είναι αρμόδια για να λάβουν μέτρα για τη συμμόρφωση της διοίκησης στις δικαστικές αποφάσεις.
Ευτυχώς, κύριε Πρόεδρε, ελήφθη υπόψη το πρακτικό της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας και έχουμε τριμελή συμβούλια στο σχέδιο νόμου, το παρόν, το οποίο συζητούμε, αλλιώς η διάταξη η οποία υπήρχε στο προσχέδιο κινδύνευε να πάσχει εξ αντισυνταγματικότητας.
Ειδικότερα: Στο άρθρο 1 επαναλαμβάνεται η αντίστοιχη διάταξη του Συντάγματος και με αυτό επιτάσσεται η διοίκηση να συμμορφωθεί, λέει το Σύνταγμα, χωρίς καθυστέρηση στις δικαστικές αποφάσεις.
Η διατύπωση αυτή παρέχει στη διοίκηση τη δυνατότητα με κάποια πρόφαση ή δικαιολογία να καθυστερήσει να συμμορφωθεί σε μια δικαστική απόφαση για μακρό χρονικό διάστημα. Θα μπορούσε να διατυπωθεί ως άμεσα -λέμε εμείς- ή εντός των ισχυουσών δικονομικών προθεσμιών, εφόσον πρόκειται για αποφάσεις που έχουν εκδοθεί από ανώτατα δικαστήρια, έχουν εξαντλήσει τις βαθμίδες δικαιοδοσίας και έχουν ασφαλώς καταστεί τελεσίδικες και αμετάκλητες.
Πέραν του άρθρου αυτού και αντί της σύστασης τριμελών συμβουλίων τα οποία απλώς καλούνται να διαπιστώσουν -υπογραμμίζω ότι έχουν διαπιστωτική αρμοδιότητα- την καθυστέρηση της διοίκησης να συμμορφωθεί προς μια δικαστική απόφαση, θα μπορούσαν να θεσπιστούν αυστηρές πειθαρχικές και ποινικές διατάξεις σ' εκείνους τους φορείς της διοίκησης που είναι αρμόδιοι να εκτελέσουν ή να συμμορφωθούν σε μια απόφαση.
Θα ήθελα να πω το εξής. Στο άρθρο 1 ως υπόχρεοι συμμόρφωσης αναφέρονται το δημόσιο και τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου. Οίκοθεν νοείται και προτείνω να τεθεί στην εισηγητική έκθεση ότι η ρύθμιση αναφέρεται και στα νομικά πρόσωπα διφυούς χαρακτήρα κατά το μέρος βέβαια που αυτά ασκούν δημόσια εξουσία. Εξάλλου στους υπόχρεους προς συμμόρφωση πρέπει να συμπεριληφθούν και οι ανεξάρτητες αρχές με κατάλληλη τροποποίηση των σχετικών άρθρων.
Στο άρθρο 2 του σχεδίου νόμου ορίζονται τα σχετικά με τη σύσταση των τριμελών συμβουλίων που είναι αρμόδια να λάβουν μέτρα για τη συμμόρφωση της διοίκησης προς τις δικαστικές αποφάσεις. Η φύση της αρμοδιότητας των συμβουλίων αυτών επαναλαμβάνω ότι είναι καθαρά διαπιστωτική της καθυστέρησης ή της μη συμμόρφωσης, όπως συνάγεται από τα επόμενα άρθρα τα οποία ακολουθούν, ιδίως το άρθρο 3 στο οποίο διατηρούμε σοβαρότατες επιφυλάξεις.
Κύριε Πρόεδρε, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, ενώ ήδη από το άρθρο 1 η διοίκηση είναι υποχρεωμένη να συμμορφωθεί σε μια απόφαση, ο πολίτης εν τέλει αναγκάζεται να απευθυνθεί στα από του άρθρου 2 συνιστώμενα τριμελή συμβούλια, προκειμένου να διαπιστωθούν από αυτά τα εξής πράγματα: Πρώτον, η καθυστέρηση της συμμόρφωσης. Δεύτερον, η παράλειψη ή άρνηση συμμόρφωσης. Τρίτον, η πλημμελής συμμόρφωση της διοίκησης σε μια απόφαση. Παρέχεται, λοιπόν, μ΄ αυτόν τον τρόπο η δυνατότητα στη διοίκηση να κωλυσιεργεί τελικά στη συμμόρφωσή της σε μια δικαστική απόφαση, να προβάλλει διάφορες δικαιολογίες ή απόψεις για κάτι που έχει κριθεί από τα δικαστήρια και είναι υποχρέωσή της να συμμορφωθεί προς αυτό.
Το οξύμωρο δε από τη διατύπωση του δευτέρου εδαφίου του άρθρου αυτού είναι ότι, αν το συμβούλιο διαγνώσει ότι η καθυστέρηση της διοίκησης είναι αδικαιολόγητη, την καλεί να συμμορφωθεί εντός ευλόγου προθεσμίας, η οποία δεν μπορεί να υπερβεί το τρίμηνο. Αυτό θα μπορούσε να έχει κάποια χρηστική λειτουργική αξία, αν συνοδευόταν από τη διάταξη εκείνη η οποία λέει ότι η προθεσμία αυτή μπορεί να παραταθεί για μια ακόμη φορά, αν συντρέχει σπουδαίος λόγος. Μ' αυτόν τον τρόπο ουσιαστικά ακυρώνεται και η συγκεκριμενοποίηση της τρίμηνης προθεσμίας η οποία αναδιατύπωσε την εύλογη προθεσμία. Κατά συνέπεια πάλι είναι ατελέσφορη η διάταξη.
Επομένως δημιουργείται το ερώτημα: Αν το συμβούλιο κρίνει ότι η μη συμμόρφωση, η άρνηση της διοίκησης είναι δικαιολογημένη, τι γίνεται σ' αυτήν την περίπτωση; Ανατρέπεται το ήδη δεδικασμένο και αμετακλήτως κριθέν από τα δικαστήρια; Το ήδη κριθέν και ικανοποιηθέν αίτημα του πολίτη δεν πρόκειται να ικανοποιηθεί; Θα πρέπει, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, πρακτικά να δούμε πώς θα λειτουργήσουμε, αφού νομοθετούμε αυτήν την ώρα προς την κατεύθυνση της εξυπηρέτησης του πολίτη που πολύ χρήση κάναμε τις τελευταίες μέρες.
Θέλω να πω επίσης ότι στο άρθρο 3 αυτό το οποίο είδα ως αναδιατύπωση και για το οποίο, όπως σας είπα διατηρούμε σοβαρότατες επιφυλάξεις, είναι ορθό, αλλά δεν είναι ολοκληρωμένο και πλήρες. Στο τέλος της παραγράφου 3 λέει η Κυβέρνηση να επιβληθεί από το τριμελές συμβούλιο και νέα χρηματική κύρωση. Κύριε Πρόεδρε, αν η διοίκηση δεν έχει κλιμακωτή επιβολή χρηματικής κύρωσης, δηλαδή σε συνάρτηση με το χρόνο συμμόρφωσης, όπως προβλέπεται μεταξύ άλλων στο γαλλικό Δίκαιο και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, τότε θα δούμε το οξύμωρο σχήμα η διοίκηση να αδιαφορεί, αφού ουσιαστικά θα έχει μια άπαξ χρηματική κύρωση. Από εκεί και πέρα δεν υπάρχει εξαναγκασμός της διοίκησης σε συμμόρφωση, όπως επιτάσσει το Σύνταγμα, αφού καταβάλλοντας αυτή άπαξ τη χρηματική ποινή που ορίζεται στην αναδιατύπωση, μπορεί να αποφύγει στο διηνεκές τη συνταγματική της υποχρέωση.
Πρέπει δε να σας πω ότι, αν λάβουμε υπόψη μας και το υπ' αριθμόν 5 πρακτικό της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας, υπάρχει άποψη εκεί η οποία ορίζει -και νομίζω ότι είναι πάρα πολύ σοβαρό αυτό το οποίο λέγει- ότι το σχέδιο νόμου ακόμα και σήμερα με τις αναδιατυπώσεις του, δεν ρυθμίζει την υποχρέωση συμμορφώσεως της διοίκησης, όπως την εννοεί το άρθρο 95 παράγραφος 5 του Συντάγματος, δηλαδή ευθύνη για κάθε αρμόδιο όργανο, να το ξεκαθαρίσουμε, διότι τίποτε απ' αυτό δεν προβλέπει για την επιβολή κυρώσεων σε βάρος αυτών που είναι αληθινά υπεύθυνοι. Κι ας μη γελιόμαστε, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, ποιοι είναι οι αληθινά υπεύθυνοι. Είναι τα προϊστάμενα πολιτικά όργανα, τα οποία εκδίδουν εκτελεστές πράξεις. Ε, λοιπόν, θεωρώ ότι σ' αυτή την περίπτωση οι κυρώσεις επέρχονται μόνο κατ' εξαίρεση στους δημοσίους υπαλλήλους, οι οποίοι προβαίνουν σε τέτοιου είδους πράξεις ή παραλείψεις. Θεωρώ, λοιπόν, ότι και αυτή η επισήμανση πρέπει να ληφθεί σοβαρά υπόψη.
Αυτό το οποίο επίσης ήθελα να τονίσω στην επιβολή του χρηματικού αυτού ποσού που αναφέρει η Κυβέρνηση και ενδεχομένως την είσπραξή του από τον ενδιαφερόμενο πολίτη με τη διαδικασία που προβλέπεται, η διοίκηση εξακολουθεί να μη συμμορφώνεται προς τη δικαστική απόφαση. Ερώτημα γεννιέται, ποια είναι τα μέτρα που μπορεί να λάβει σε βάρος της το αντίστοιχο τριμελές συμβούλιο.
Εδώ θέλω να σας πω το εξής τραγελαφικό. Δεν μπορεί το τριμελές συμβούλιο το οποίο σήμερα θεσμοθετούμε, να προβεί σε θετική ενέργεια, δηλαδή να εξαναγκάσει, να επιβάλει σε δήλωση βουλήσεως τη διοίκηση, όπως γίνεται και στο γαλλικό Δίκαιο. Παραδείγματος χάρη να εκδώσει μία άδεια οικοδομής, δεν το μπορεί και δεν του δίνουμε τη δυνατότητα με αυτό το σχέδιο νόμου.
Κατά τη γνώμη μου, εφόσον βάσει του Συντάγματος η διοίκηση είναι υποχρεωμένη να συμμορφώνεται προς τις δικαστικές αποφάσεις, πρέπει να συμμορφώνεται άμεσα και μέσα στις ίδιες προθεσμίες που έχει υποχρέωση να συμμορφωθεί απέναντί της ο κάθε πολίτης, ο οποίος υφίσταται κυρώσεις. Η σύσταση τριμελών συμβουλίων πέραν του ότι επιβαρύνει τον κρατικό προϋπολογισμό παρέχει τη δυνατότητα στη διοίκηση να αρνείται να συμμορφωθεί ή να εκτελέσει μια δικαστική απόφαση επί της ουσίας και να παραπέμπει τους πολίτες σε μια καινούρια χρονοβόρα διαδικασία, αφού βεβαίως έχει προηγηθεί μακροχρόνιος δικαστικός αγώνας του πολίτη για να βρει το δίκιο του από τα πρωτοβάθμια δικαστήρια μέχρι την έκδοση της αμετάκλητης δικαστικής απόφασης, προκειμένου τελικά μέσα από το σχέδιο νόμου, το οποίο σήμερα συζητούμε και τίθεται προς ψήφιση, να κριθεί αν η καθυστέρηση ή η άρνηση συμμόρφωσης της διοίκησης είναι δικαιολογημένη. Υπογραμμίστε το. Ο χαρακτήρας δηλαδή των συμβουλίων αυτών θα έπρεπε να είναι καθαρά διαπιστωτικός της μη συμμόρφωσης ή της άρνησης της διοίκησης προς τις δικαστικές αποφάσεις και να επιβάλλει κυρώσεις στους υπευθύνους.
Κατά συνέπεια, κατά τη δική μου άποψη στην πράξη πρόκειται για μη συμμόρφωση. Το συγκεκριμένο σχέδιο νόμου, έτσι όπως είναι διατυπωμένο, εάν δεν αναδιατυπωθεί, οδηγεί σε μη συμμόρφωση.
Δυστυχώς, μου δίνει την αίσθηση η Κυβέρνηση και λυπούμαι γι' αυτό, ότι υφέρποντας μεταθέτει το πολιτικό κόστος από το μπάχαλο της διοίκησης που η ίδια με τις πράξεις και τις παραλείψεις της σε καθημερινή βάση έχει δημιουργήσει, από την πολιτική, την εκτελεστική εξουσία, στις πλάτες των δικαστών. Και γι' αυτό αναφέρθηκα στην αρχή ότι η δικαιοσύνη δεν θα πρέπει να θεωρεί και οι δικαστές ότι θεραπεύουν πάσαν νόσον, νίπτοντας τας χείρας της η εκτελεστική εξουσία.
Τώρα, όσον αφορά το άρθρο 4, πρέπει να σας πω ότι το σχέδιο νόμου, έτσι όπως είναι διατυπωμένο στο άρθρο αυτό ουσιαστικά αναιρεί τον πυρήνα της διάταξης. Οδηγεί σε μη αναγκαστική εκτέλεση και βεβαίως είναι παραπειστικός ο ισχυρισμός, ο οποίος ελέχθη από τον κύριο Υπουργό σε παρατηρήσεις μας στην Επιτροπή ότι αν, παραδείγματος χάρη, έκανε δεκτή παρατήρηση συναδέλφων και όλων μας για αναγκαστική κατάσχεση, αναγκαστική εκτέλεση περιουσιακών στοιχείων του δημοσίου, ότι θα μπορούσαμε να οδηγηθούμε και στην κατάσχεση ενός πολεμικού πλοίου!
Θα πρέπει να σας πω, κύριοι συνάδελφοι, ότι η νομολογία μέχρι και σήμερα δεν έχει δεχθεί ποτέ κατάσχεση περιουσιακού στοιχείου του δημοσίου, όταν αυτά τα περιουσιακά στοιχεία αναφέρονται στο σκληρό πυρήνα της κρατικής εξουσίας.
Τέλος, στο άρθρο 6 του πρώτου κεφαλαίου, η αναδιατύπωση της παραγράφου 1 σχετικά με τις εκδιδόμενες δικαστικές αποφάσεις, όπως λέει "οι διατάξεις του άρθρου 3 του νόμου αυτού εφαρμόζονται για τις εκδιδόμενες μετά την έναρξη της ισχύος του δικαστικές αποφάσεις", δεν είναι σωστή. Πρέπει να πάρουμε πολιτική απόφαση, η οποία να ορίζει ότι θα πρέπει να συμπεριλαμβάνονται και οι δικαστικές αποφάσεις που έχουν εκδοθεί πριν από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου και συνεπώς το άρθρο 6 στο οποίο ορίζεται ότι οι σχετικές διατάξεις του νόμου εφαρμόζονται μόνο στις αποφάσεις που θα εκδοθούν μετά την έναρξη της ισχύος του, θα πρέπει να διαγραφεί.
Τέλος στο δεύτερο κεφάλαιο το οποίο αφορά την προαγωγή των δικαστών στο βαθμό του Συμβούλου της Επικρατείας, έχω να πω το εξής:
Πρέπει να πω το εξής: Βεβαίως, χαίρομαι πάρα πολύ και χαιρόμαστε όλοι μας για την κατεύθυνση την οποία έχει το συγκεκριμένο σχέδιο νόμου σε σχέση με το θέμα αυτό, αφού βεβαίως προηγήθηκαν διαβουλεύσεις των δύο ενώσεων των δικαστών του Συμβουλίου της Επικρατείας και των διοικητικών δικαστών με τον Πρόεδρο του Συμβουλίου της Επικρατείας και το Γενικό Επίτροπο των διοικητικών δικαστηρίων.
Θεωρούμε, λοιπόν, ότι οι οκτώ νέες θέσεις που συνιστώνται δεν είναι αρκετές. Είναι ένα πρόβλημα το οποίο εντοπίζουμε. Θεωρούμε ότι θα πρέπει να αυξηθούν κατά τέσσερις τουλάχιστον οι θέσεις των συμβούλων της Επικρατείας με χρονικό ορίζοντα το 2006. Συγχρόνως απαιτείται και μία σημαντική αύξηση των θέσεων των διοικητικών δικαστών, κυρίως σε επίπεδο εφετείου, που εκεί παρατηρείται και απαιτείται βεβαίως τεράστια σώρευση εκκρεμών υποθέσεων και άρα χρειάζονται ρυθμιστές, η οποία αναμένεται και να αυξηθεί ενόψει της μεταφοράς νέων υποθέσεων και παρά το γεγονός ότι τα εφετεία λειτουργούν τα τελευταία χρόνια με πλήρη κάλυψη των οργανικών τους θέσεων. Εκτιμάται, λοιπόν, ότι μια αύξηση θέσεων όλων των βαθμίδων σε μία προοπτική τετραετίας -εικοσιπέντε δηλαδή το χρόνο- θα καταστήσει αποτελεσματική τη λειτουργία της διοικητικής δικαιοσύνης, όπου θα πρέπει να σας πω ότι οι εκκρεμείς υποθέσεις στα διοικητικά δικαστήρια της χώρας αγγίζουν τις εκατόν εξήντα τρεις χιλιάδες. Βεβαίως με το υπό ψήφιση σχέδιο νόμου για λόγους θεσμικής ισότητας θα πρέπει να θεσμοθετηθεί η επταετής προϋπηρεσία εφέτη και να τροποποιηθεί σε πενταετή. Η ρύθμιση αυτή θα έχει ευεργετικές συνέπειες για το μέλλον, δεδομένου ότι ήδη προβλέπεται από το προτεινόμενο νομοσχέδιο ανώτατο όριο ηλικίας το 62ο έτος για την προαγωγή στο βαθμό του Συμβούλου της Επικρατείας και ενόψει του μακρού χρόνου που απαιτείται πλέον για να προαχθεί κάποιος στο βαθμό του Εφέτη, εικοσαετία και πλέον. Είναι ορατός ο κίνδυνος μεγάλος αριθμός διοικητικών δικαστών να μην θεμελιώσει καν δικαίωμα προς κρίση.
Κύριε Πρόεδρε, κύριοι συνάδελφοι, θα κλείσω με τον Πλάτωνα, ξεκίνησα με τον Αριστοτέλη. Ο Πλάτωνας λέει: Να φροντίζεις περισσότερο από οτιδήποτε άλλο το δίκαιο. Τότε. Σήμερα, πλήρης απραξία. Χοντρή περίπτωση, πρόσφατη περίπτωση το οικογενειακό επίδομα, όπου απόφαση της Ολομελείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου απεδέχθη να δίδεται ολόκληρο το οικογενειακό επίδομα και στους δύο συζύγους συνταξιούχους του δημοσίου. Αντί γι' αυτό διαπιστώσαμε ότι υπάρχει μία διάθεση εκ μέρους της Κυβέρνησης να εκμεταλλευθεί πολιτικά και μικροκομματικά ένα τέτοιο ζήτημα, το οποίο δικαστικώς έχει αποφανθεί η δικαιοσύνη και για το οποίο σήμερα εμείς καλούμεθα να ψηφίσουμε πράξεις και παραλείψεις της διοίκησης και συμμόρφωση προς τις δικαστικές αποφάσεις. Ας κάνουμε πράξεις τα λόγια τα οποία λέμε προς τους πολίτες, προς την κοινωνία και ας συμμορφωθούμε επιτέλους προς το δίκαιο, που είναι η μεγαλύτερη αρετή όλων, όπως ορίζει ο Αριστοτέλης. Ευχαριστώ πολύ.

ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗ ΠΑΠΑΚΩΣΤΑ -ΣΙΔΗΡΟΠΟΥΛΟΥ: Κύριε Πρόεδρε, κυρία και κύριοι συνάδελφοι, πράγματι μετά την τοποθέτηση του κυρίου Υπουργού ανοίγει πεδίον δόξης λαμπρό και δίνεται επίσης μια λαμπρά ευκαιρία να απαντηθούν ορισμένα ζητήματα τα οποία έθεσε κατά την τοποθέτησή του ο κύριος Υπουργός.
Θέλω να πω το εξής: Ότι τόσο η Επιστημονική Επιτροπή της Βουλής -την οποία τώρα και εγώ είδα, διότι ορθώς επικαλέσθηκε ο κύριος Υπουργός ότι αυτή θα πρέπει να έρχεται έγκαιρα ώστε όλοι μας να τοποθετούμαστε ανάλογα στα υπό συζήτηση νομοσχέδια- όσο και με αφορμή την τοποθέτηση του Κοινοβουλευτικού μας Εκπροσώπου, του κ. Παυλόπουλου, θέλω να του πω ότι σεμνύνομαι -όπως είπε ο κύριος Υπουργός- δι' εαυτόν, ότι μελέτησα με πολλή σοβαρότητα και το σχέδιο νόμου το οποίο συζητούμε, με πολύ περισσότερη δε σοβαρότητα θα έλεγα από αυτήν που ο κύριος Υπουργός και η Κυβέρνηση επιθυμεί να νομοθετήσει και φέρει το παρόν νομοσχέδιο στη Βουλή.
Και εξηγούμαι. Αυτό το οποίο διαπιστούται από όλους -και διαπιστώθηκε κατ' αρχήν- ήταν πράγματι η προχειρότητα με την οποία στο υπό ψήφιση σχέδιο νόμου προσπάθησε να τεθεί ο θεσμός των τριμελών συμβουλίων. Εκεί λοιπόν του επεσήμανα ότι, εν πάση περιπτώσει, εάν η ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας δεν προέβλεπε, δεν παρότρυνε και δεν υποδείκνυε, θα ερχόταν ένα όργανο προς συζήτηση στο υπό συζήτηση νομοσχέδιο το οποίο a priori κινδυνεύει εξ αντισυνταγματικότητας. Αυτό ο κύριος Υπουργός έκανε πως δεν το κατάλαβε και προς άλλη οδό καθοδήγησε τη σκέψη του, αλλά και τις προθέσεις του.
Εδώ δύο τινά συμβαίνουν με το παρόν νομοσχέδιο κι επιχειρώ να πω με εξαιρετικά καθαρό τρόπο και με καθαρές κουβέντες, κύριε Πρόεδρε και κύριοι συνάδελφοι, το εξής: Ή η Κυβέρνηση νομοθετεί πρόχειρα ή νομοθετεί εκ του πονηρού. Διότι άλλως πώς εξηγείται το γεγονός ότι ενώ επί της αρχής συζητούμε τον εκτελεστικό του Συντάγματος νόμο τον οποίο έφερε προς συζήτηση το Υπουργείο Δικαιοσύνης και συμφωνούμε όλοι επ' αυτής της αρχής εκτός της πτέρυγας του Κομμουνιστικού Κόμματος της Ελλάδας για δικούς του λόγους, ο Υπουργός με τόλμη και με γενναιότητα δεν υιοθετεί αυτά που ακόμα ακόμα και ο Κοινοβουλευτικός Εκπρόσωπος του ΠΑΣΟΚ σάς επεσήμανε; Συμφώνησε, ταυτίστηκε, υιοθέτησε και βεβαίως εξέπεμψε προς τα έξω δημόσιο λόγο και είπε ότι ταυτίζεται απολύτως προς τις θέσεις, τις οποίες εγώ ως εισηγήτρια κατέθεσα τόσο στην Επιτροπή όσο και σήμερα στο Σώμα της Βουλής και αντ' άλλης απαντήσεως ο κύριος Υπουργός φρόντισε, αλαζονικά ποιών, να του απαντήσει: "αυτομαστιγώνεστε".
Εκείνο το οποίο εγώ θέλω να πω, κύριε Πρόεδρε, κυρία και κύριοι συνάδελφοι, είναι το εξής απλό: Η συμφωνία επί της αρχής δεν μπορεί στην συζήτηση κατ' άρθρον να ακυρώνει την ουσία και το περιεχόμενο, καθώς επίσης και τη φιλοσοφία του σχεδίου νόμου το οποίο συζητούμε σήμερα. Και ποιο είναι αυτό; Είναι η αρετή της συμμόρφωσης των πράξεων της Διοίκησης προς τις δικαστικές αποφάσεις. Και επειδή πια το αυτονόητο είναι και ζητούμενο και επειδή είπα στην πρωτολογία μου ότι η Διοίκηση από πράξεις και παραλείψεις της Κυβέρνησης είναι ένα μπάχαλο κι επειδή επίσης είπα ότι εκ του πονηρού νομοθετεί η Κυβέρνηση με επιβεβαίωσε ο κύριος Υπουργός διά της θέσεως την οποία εξέφρασε, κατά τη διάρκεια της τοποθέτησής του απαντώντας, υποτίθεται, στα όσα εμείς τεκμηριωμένα και σε βάθος του επισημάναμε. Έρχεται, λοιπόν, να επιβεβαιώσει τη σκέψη μου ότι προσπαθεί η Κυβέρνηση την ανεπάρκειά της, την ανυπαρξία και το έλλειμμά της να το μετακυλίσει σε αυτό, που όπου βολεύεται η Κυβέρνηση, ο κύριος Υπουργός, ο κύριος Γενικός Γραμματέας του Κόμματος ονομάζει "κράτος δικαστών" και σε αυτό όμως, όπου το εξυπηρετεί, ονόμασε ο κύριος Κοινοβουλευτικός Εκπρόσωπος του ΠΑΣΟΚ ως "εγγύηση". Αποφασίστε τελικά. Ή θέλουμε, εν πάση περιπτώσει, να βάλουμε στη γωνία τη δικαστική εξουσία, όπως αυτή προσδιορίζεται από το Σύνταγμα, ή είναι εγγύηση οι δικαστές. Όταν αποφασίσετε να μας το πείτε και να το πείτε στους πολίτες για τους οποίους ξοδέψατε εκατομμύρια στα διαφημιστικά σας σποτ κατά την προεκλογική περίοδο, ότι δήθεν τάσσεστε υπέρ της εξυπηρέτησης του πολίτη.
Κύριε Πρόεδρε, κυρία και κύριοι συνάδελφοι, η Κυβέρνηση πρέπει να αποφασίσει να μας απαντήσει θετικά στα θέματα τα οποία θέσαμε τόσο στο άρθρο 1 για τα νομικά πρόσωπα διφυούς χαρακτήρα, κατά το μέρος που αυτά ασκούν δημόσια εξουσία, καθώς επίσης και για τις ανεξάρτητες αρχές τις οποίες εμείς θεωρούμε ότι πρέπει να συμπεριληφθούν στο άρθρο 1. Να μας δώσει απάντηση στο άρθρο 3 ότι θα πρέπει να υπάρχει κλιμακωτή χρηματική κύρωση για τις πράξεις και παραλείψεις της διοίκησης, όταν αυτή δεν συμμορφούται προς τις δικαστικές αποφάσεις και μάλιστα σε συνάρτηση με το χρόνο συμμόρφωσης, όπως προβλέπεται και στις λοιπές έννομες τάξεις των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά και στο γαλλικό δίκαιο, όπως επεσήμανα. Να αποφασίσει η Κυβέρνηση να θεσμοθετήσει ουσιαστικά στο άρθρο 4 και την αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος του δημοσίου και να μην την ακυρώνει κομψά. Διότι είπα στην πρωτολογία μου στον κύριο Υπουργό ότι μέχρι σήμερα πουθενά η νομολογία, κύριε Πρόεδρε, δεν έχει παραβιάσει, όπου υφίσταται αναγκαστική εκτέλεση για περιουσιακά στοιχεία του δημοσίου, το σκληρό πυρήνα της κρατικής εξουσίας και ας μην το φοβάται αυτό ο κύριος Υπουργός και η Κυβέρνηση.
Τέλος, δεν είναι δυνατόν το παρόν σχέδιο νόμου διά του άρθρου 6, του ακροτελεύτιου άρθρο του πρώτου κεφαλαίου, να θέλει να λειτουργήσει ως "πλυντήριο" -και ας μου επιτραπεί η έκφραση, για να μη χρησιμοποιήσω άλλη χειρίστη, -για τις πράξεις και παραλείψεις της διοίκησης μέχρι σήμερα σε βάρος του πολίτη και να χρησιμοποιείται ο πολίτης ως άθυρμα αυτής της πολιτικής.
Τελειώνοντας, κύριε Πρόεδρε, κυρία και κύριοι συνάδελφοι, λέω ότι και στο παρόν σχέδιο νόμου η Κυβέρνηση εζυγίσθη, εμετρήθη και ευρέθη ελλιποβαρής.
Σας ευχαριστώ.

Επισκεφθείτε μας...

 

 

 

Εγγραφή στο Newsletter

 
 

Επισκεφθείτε...