Τελευταία Νέα

Η αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης του πολίτη στο σύγχρονο κράτος

Εξ ορισμού, η εμπιστοσύνη προς την πολιτεία, για τον μέσο πολίτη, συνδέεται με το δίκαιο, το ηθικό και την αξιοπιστία. Η αρχή, λοιπόν, της εμπιστοσύνης του πολίτη προς το κράτος του, εμπεριέχει την ηθική διάσταση της σχέσης του με την πολιτεία στην οποία ζει και λειτουργεί.

                  Η αρχή της εμπιστοσύνης του ανθρώπου στο σύγχρονο κράτος έχει κοινωνιολογικές και φιλοσοφικές ρίζες, αλλά και πολιτικό και νομικό έδαφος. Αν αναλογιστεί κανείς πώς ήταν δομημένη η κοινωνία στους κλασσικούς χρόνους, θα διαπιστώσει, πως ήταν ανύπαρκτη η αρχή της εμπιστοσύνης, γιατί τότε πόλη και πολίτης ήταν ένα και το αυτό. Η δε άμεση δημοκρατία, στους κλασσικούς χρόνους, είχε απολύτως ταυτίσει το δημόσιο με το ιδιωτικό συμφέρον, άρα δεν υπήρχε κρίση εμπιστοσύνης του ανθρώπου προς το κράτος, αφού στην ουσία ήταν… η προέκτασή του.

                    Επίσης, ανυπαρξία της αρχής βρίσκουμε σε όλα τα τυραννικά καθεστώτα, όσο και στον Μεσαίωνα με εύκολα ερμηνεύσιμη την αιτία. Ως νόμος οριζόταν η βία της εξουσίας αφενός και η εξουσία της θρησκείας αφετέρου.

                  Η άνοδος της αστικής τάξης και η δεσπόζουσα θεωρία του κοινωνικού συμβολαίου κάνει την διαφορά. Το κοινωνικό συμβόλαιο, σύμφωνα με τον Ρουσσώ, συνίσταται σε μονομερή πράξη του κυρίαρχου, δηλαδή του λαού. Άρα, οι κυβερνώντες ασκούν την εξουσία στο όνομα του λαού, μόνο εφόσον έχουν την εμπιστοσύνη του.

                  Με το πέρασμα του χρόνου φτάνουμε στο σύγχρονο κράτος, όπου ο πολίτης αναμένει με εμπιστοσύνη ότι η Πολιτεία θα εκπληρώσει τον κοινωνικό της ρόλο, όχι στο πλαίσιο μιας τυπικής νομιμότητας, αλλά στο πεδίο της αρχής της εμπιστοσύνης. Αυτού του είδους το κράτος σκοπεύει να προστατεύει τον πολίτη από διαφορετικές επιλογές της εξουσίας κάθε φορά.

                 Το κράτος δικαίου επομένως, είναι η ομπρέλα, η οποία υπερασπίζεται την αρχή της εμπιστοσύνης, η οποία δεν είναι καθόλου συμπτωματική, διότι, σύμφωνα με το Σύνταγμα, ο πολίτης είναι υποκείμενο δικαίου το οποίο έχει στο οπλοστάσιό του την προστασία των εννόμων συμφερόντων του.

                 Ήδη στην Γερμανία, στην νομολογία του ομοσπονδιακού διοικητικού δικαστηρίου, ο πολίτης μπορεί να προσφύγει για να κατοχυρώσει την αρχή της εμπιστοσύνης, τόσο στην αρχή της καλής πίστης όσο και στην κατοχυρωμένη νομική ασφάλεια του κράτους δικαίου.

                Όσον αφορά στο Συμβούλιο της Επικρατείας, για ένα ικανό χρονικό διάστημα, οι αποφάσεις του έβλεπαν την αρχή της εμπιστοσύνης ως μία γενική αρχή, ώσπου ήρθε απόφαση του ΣτΕ, η οποία με ρητό τρόπο αναγνωρίζει την τυπική ισχύ της αρχής της τεκμηριωμένης εμπιστοσύνης, ως αρχή του κράτους δικαίου.

                Άρα, η εμπιστοσύνη του πολίτη, για να μπορεί να θεωρηθεί άξια προστασίας, μπορεί να προβληθεί μόνο εφόσον ο ενδιαφερόμενος αποδεικνύεται ότι τελεί συνετός και επιμελής ως προς τις υποθέσεις του. Αφορά δηλαδή στην εύλογη πεποίθηση που μπορεί να δημιουργηθεί στον καλοπροαίρετο άνθρωπο, πως μία πραγματική κατάσταση που τον αφορά ως διοικούμενο περιβάλλεται από την νομική ασφάλεια του κράτους δικαίου.

            Διαχρονικά, αλλά με ιδιαίτερη έμφαση το τελευταίο διάστημα, λόγω των συχνών αλλαγών κυβερνήσεων, απασχολεί η αρχή της συνέχειας του κράτους και της διοίκησης. Δηλαδή, κατά πόσον οι αποφάσεις δεσμεύουν και κυρίως εφαρμόζονται τόσο από την διοίκηση όσο από την κυβέρνηση. Η αρχή της συνέχειας του κράτους είναι ικανή προϋπόθεση για την επίτευξη των εθνικών στόχων μέσω της τήρησης των υπεσχημένων (pacta sunt servanda). Ταυτόχρονα, η αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης του πολίτη στο κράτος δικαίου κατοχυρώνει την δυνατότητα της προγραμματισμένης κοινωνικής, επαγγελματικής και οικονομικής δράσης του πολίτη.

            Ένα σύγχρονο κράτος δικαίου επομένως, στους κρίσιμους καιρούς που ζούμε, πορεύεται με ασφάλεια, τηρώντας ως νόρμες τις δύο αυτές αρχές. Η απονομιμοποίηση - εξαιτίας των πολιτικών συγκυριών – αυτών των δύο αρχών, ισοδυναμεί με de facto ακύρωση αφενός του κράτους δικαίου και αφετέρου της συνέχειας του κράτους αλλά και της αρχής της εμπιστοσύνης του πολίτη προς το κράτος, επιφέροντας επιπτώσεις στην οικονομική και κοινωνική δραστηριότητα των πολιτών, αφού πλέον υπονομεύεται η πίστη του πολίτη προς αυτό.

            Επιπλέον, οι δύο αυτές αρχές χαρακτηρίζουν την αξιοπιστία του κράτους δικαίου, την ικανότητα προσαρμογής  του στην νέα κατάσταση, αλλά και το κύρος του. Υπό την έννοια αυτή, η αρχή της εμπιστοσύνης του πολίτη στο κράτος και η αρχή της συνέχειας του κράτους οφείλουν να τηρούνται από τον πολιτικό κόσμο ως ο μοναδικός τρόπος ορθής, αξιόπιστης και ηθικής υλοποίησης της εντολής που έλαβαν από τους πολίτες, προκειμένου να διοικήσουν το κράτος προς όφελός τους.

 

Ο Αριστοτέλης και ο κοινωνικός φιλελευθερισμός

Ο κοινωνικός φιλελευθερισμός περιλαμβάνει την θέση, ότι η οικονομία της αγοράς πρέπει να έχει ζεύξη με την κοινωνική δικαιοσύνη, καθώς στόχος είναι η ισορροπία της ελευθερίας του ατόμου και της κοινωνικής δικαιοσύνης, μέσω της ήπιας παρέμβασης του κράτους στην οικονομία και στην κοινωνία. Αυτό εξηγείται από το γεγονός, ότι ο κοινωνικός φιλελευθερισμός εδράζεται στην πίστη πως ο θεσμικός ρόλος της Πολιτείας επιβάλλεται για την διευθέτηση κοινωνικών ζητημάτων, όπως η μόρφωση, η υγειονομική περίθαλψη, η ανεργία κλπ.

             Άρα, η ωφέλεια της κοινωνίας δεν έρχεται σε σύγκρουση με την ελευθερία του ατόμου. Για παράδειγμα, ιδιαίτερα σε περιόδους κρίσης, το δίχτυ κοινωνικής προστασίας που εξασφαλίζει ο κοινωνικός φιλελευθερισμός με την μορφή κοινωνικών υπηρεσιών και πρόνοιας, παρά την μείωση των οικονομικών πόρων, συγκρατεί από την περιθωριοποίηση  και την απόλυτη φτώχεια τις κοινωνικά αδύναμες ομάδες πληθυσμού και ειδικά σε τομείς όπως η παιδεία, η υγεία και η πρόνοια.

           Ο κοινωνικός φιλελευθερισμός είναι η ιδεολογία της κοινωνικής αλληλεγγύης και της ελευθερίας. Δεν τον διακρίνει η κοινωνική μονομέρεια, ούτε οι ιδεολογικές ταυτίσεις, αλλά η στέρεη βάση της επιδίωξης των κοινωνικών στόχων σε ένα κοινό πεδίο συναίνεσης.

          Ο κοινωνικός φιλελευθερισμός αναζωογονεί την πολιτική μας πραγματικότητα, εμβαθύνει και δυναμώνει το δημοκρατικό και ευρωπαϊκό κεκτημένο και συμβάλλει στην υλοποίηση των μεταρρυθμίσεων που έχει ανάγκη η Χώρα μας, ώστε να δοθεί ένα τέλος στις αδυναμίες και στις παθογένειες που μας αναστέλλουν, έχοντας πάντα στον πυρήνα της πολιτικής τον Άνθρωπο.

           Ο Αριστοτέλης έχει επηρεάσει – με την κοινωνική φιλοσοφία του – την θεωρία του φιλελευθερισμού. Η ηθική, η πολιτική και κοινωνική φιλοσοφία του Αριστοτέλη στις μέρες μας αναδύεται έντονα στην οικονομική και πολιτική επικαιρότητα. Η άποψή του περί μεσότητας και μέτρου είναι καταλυτική.

             Πιστεύω ότι ο κοινωνικός φιλελευθερισμός αναχαιτίζει τον ανεξέλεγκτο καπιταλισμό, είναι η ουμανιστική οδός που τον διακρίνει από τον καταπιεστικό σοσιαλισμό.

            Κατά τον Αριστοτέλη, η μεσότητα είναι ο κανόνας κάθε ανθρώπινης αρετής. Αυτή είναι η αρχή και η στάση της Ελληνικής σοφίας και του ελληνολατινικού ουμανισμού.

           Η κοινωνικά φιλελεύθερη πολιτική επιδιώκει μεν το μικρότερο κράτος, αλλά δεν ενστερνίζεται το «κράτος νυχτοφύλακα». Αντιθέτως, πρεσβεύει ότι το άτομο κατέχει το απαραβίαστο δικαίωμα, το οποίο βασίζεται στην δικαιοσύνη και το οποίο ούτε η ευημερία του συνόλου της κοινωνίας δεν μπορεί να υπερβεί.

          Υπό την έννοια αυτή, ο κοινωνικός φιλελευθερισμός είναι η μόνη διέξοδος στην κρίση και το τέλος της φτώχειας, αφού διευθετεί αποτελεσματικά κοινωνικά ζητήματα όπως είναι η παιδεία και η υγεία, τα οποία παρέχει με την μορφή κοινωνικών υπηρεσιών και πρόνοιας στις ευαίσθητες κοινωνικές ομάδες και στους ασθενέστερους οικονομικά και κοινωνικά πολίτες.

          Άρα, η αριστοτελική προσέγγιση, περί μέτρου και μεσότητας, δεν μπορεί παρά να είναι η ενδεδειγμένη συνταγή στην βάση της ευδαιμονίας μιας κοινωνίας, η οποία ταλαιπωρήθηκε στην μέση δύο κακών, της υπερβολής και της έλλειψης.

            Άρα, ο κοινωνικός φιλελευθερισμός είναι ο μόνος δρόμος που οδηγεί στην απελευθέρωση των πολιτικών από την υποταγή στον ανεξέλεγκτο καπιταλισμό.

Κατ. Παπακώστα: «Τί συμβαίνει στο Σικιαρίδειο Ίδρυμα;»

Ερώτηση για την λειτουργία του Σικιαριδείου Ιδρύματος κατέθεσε η Βουλευτής Β’ Αθηνών της Νέας Δημοκρατίας, Κατερίνα Παπακώστα-Σιδηροπούλου, προκειμένου να δοθούν απαντήσεις από το αρμόδιο Υπουργείο για το τί ακριβώς συμβαίνει με το Ίδρυμα, όπου εκπαιδεύονται παιδιά και νέοι με νοητική υστέρηση.

            Η Βουλευτής αναφέρει τις καταγγελίες περί μη κανονικής λειτουργίας του Σικιαριδείου μετά το πέρας των διακοπών του Πάσχα, οι οποίες ωστόσο διαψεύστηκαν από το Υπουργείο Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων, αναφορικά με την λειτουργία του 1ου Ειδικού Δημοτικού Σχολείου Αμαρουσίου.  Επισημαίνει επιπλέον, πως σύμφωνα με τις καταγγελίες της ΚΕΔΕ, έχει ζητηθεί η παραίτηση σύσσωμου το Δ.Σ. του Ιδρύματος, ενώ οι απλήρωτοι εργαζόμενοι από την Μ. Τετάρτη βρίσκονται σε επίσχεση εργασίας.

            Η Κατερίνα Παπακώστα ρωτά την πολιτική ηγεσία του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης ποιό είναι το ύψος της χρηματοδότησης που έχει λάβει το Ίδρυμα από την αρχή του έτους και ποιό είναι το ύψος των οφειλών του προς τρίτους. Ζητά να ενημερωθεί επιπλέον, αν έχει ζητηθεί η παραίτηση του Δ.Σ. του Ιδρύματος και ποιός είναι ο λόγος της συγκεκριμένης απαίτησης, αλλά και αν οι εργαζόμενοι βρίσκονται σε επίσχεση εργασίας. Τέλος, ρωτά με ποιό τρόπο και με ποιό χρονοδιάγραμμα θα πραγματοποιηθεί η αναβάθμιση του Σικιαριδείου, στην οποία αναφέρθηκε η αρμόδια Υπουργός, και αν εκτός του Ειδικού Δημοτικού Σχολείου μετά τις διακοπές του Πάσχα άνοιξαν και τα επαγγελματικά εργαστήρια για νέους με νοητική υστέρηση.

Κατ. Παπακώστα: «Προπαγάνδα της Κυβέρνησης εντός της Βουλής των Ελλήνων»

Η Βουλευτής Β’ Αθηνών της Νέας Δημοκρατίας, Κατερίνα Παπακώστα-Σιδηροπούλου, σε συνέχεια της σημερινής συνεδρίασης της Επιτροπής Κοινωνικών Υποθέσεων και της Ειδικής Μόνιμης Επιτροπής Ισότητας, Νεολαίας και Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα των Ρομά προέβη στην ακόλουθη δήλωση:

             «Χρονιάρες μέρες και η προπαγάνδα της Κυβέρνησης καλά κρατεί και μάλιστα εντός της Βουλής των Ελλήνων. Ειδικότερα, η σημερινή κοινή συνεδρίαση της Επιτροπής Κοινωνικών Υποθέσεων και της Ειδικής Μόνιμης Επιτροπής Ισότητας, Νεολαίας και Δικαιωμάτων του Ανθρώπου είχε θέμα ημερήσιας διάταξης: Συζήτηση με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα των Ρομά (8 Απριλίου).

            Οι Βουλευτές όλων των κομμάτων μείναμε κυριολεκτικά άφωνοι, καθώς υπήρξαμε μάρτυρες βομβαρδισμού υποσχέσεων από την Υπουργό Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης κα Έφης Αχτσιόγλου, την Αν. Υπουργό κα Θεανώ Φωτίου και την Γ.Γ. για την ένταξη των Ρομά κα Κατερίνα Γιάντσιου.

            Ενώ η ημερήσια διάταξη προέβλεπε συζήτηση, που σημαίνει διακομματική συζήτηση, ενημερώθηκα από τον Πρόεδρο της Επιτροπής Κοινωνικών Υποθέσεων, κ. Μανιό, πως οι Βουλευτές δεν θα λάβουν τον λόγο.

            Κορωνίδα της προπαγανδιστικής επιχείρησης, υπήρξε η αναφορά της κας Φωτίου, η οποία απευθυνόμενη προς τα παιδιά και τους προσκεκλημένους Ρομά, αποκαλούσε την Κυβέρνηση, «Κυβέρνηση της Αριστεράς», μη αντιλαμβανόμενη προφανώς, πως ένα κόμμα όταν αναλαμβάνει την ευθύνη της διακυβέρνησης της Χώρας, αγκαλιάζει όλους τους Έλληνες και όχι μόνο την Αριστερά.

            Μετά την επιθυμία του ΣΥΡΙΖΑ να μονοπωλήσει όλα τα μεγάλα οδικά έργα που δρομολογήθηκαν από τις προηγούμενες κυβερνήσεις και τα οποία είχε υπονομεύσει με το κίνημα «Δεν πληρώνω» - πράγμα που κοστίζει πολύ ακριβά στον βαριά φορολογούμενο πολίτη - τώρα μονοπωλεί και την κοινοβουλευτική διαδικασία.

            Η σημερινή συνεδρίαση αποτελεί θλιβερό παράδειγμα κοινοβουλευτικής πρακτικής. Έχουν όμως γνώσιν οι φύλακες…»

Κατ. Παπακώστα: «Η ισχύουσα νομοθεσία κρύβει παγίδες για τους οφειλέτες του Δημοσίου»

Συζητήθηκε χθες στην Ολομέλεια της Βουλής η Επίκαιρη Ερώτηση της Βουλευτού Β’ Αθηνών της Νέας Δημοκρατίας, Κατερίνας Παπακώστα-Σιδηροπούλου, προς το Υπουργείο Οικονομικών για τις κατασχέσεις κινητών αξιών, ακινήτων και τραπεζικών λογαριασμών.

            Η Βουλευτής επεσήμανε στην ομιλία της, πως μεγάλος αριθμός οφειλετών του Δημοσίου λαμβάνει ειδοποιητήριο κατασχέσεων κινητών αξιών, ακινήτων και τραπεζικών λογαριασμών, ακόμα και για ληξιπρόθεσμο χρέος άνω των 500 Ευρώ, ενώ σε συνέχεια της έκδοσης εγκυκλίου της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων στις 20/3/2017, η αποστολή των ειδοποιητηρίων εντατικοποιήθηκε. Τόνισε, επιπλέον, πως οι μέθοδοι, οι οποίες χρησιμοποιούνται από την Κυβέρνηση, είναι χειρότερες από αυτές που χρησιμοποιούν οι εισπρακτικές  εταιρείες των τραπεζών.

            Η Κατερίνα Παπακώστα ρώτησε την Υφυπουργό Οικονομικών κα. Κατερίνα Παπανάτσιου αν θα επανέλθει το ακατάσχετο της πρώτης κατοικίας και η ρύθμιση των 100 δόσεων, η οποία αποδίδει εξάλλου στο Δημόσιο. Επίσης, ζήτησε να ενημερωθεί αν θα εκδοθεί εγκύκλιος, η οποία θα αποκλείει την διεξαγωγή πλειστηριασμού και θα άρει τα κατασχετήρια τα οποία εκδόθηκαν για πρώτες κατοικίας ακόμα και ελάχιστων τετραγωνικών μέτρων, για οφειλέτες με σοβαρά οικονομικά προβλήματα.

            Η Βουλευτής έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στις παγίδες που κρύβει η νομοθεσία για τους πολίτες με οφειλές προς το Δημόσιο. Συγκεκριμένα, για ληξιπρόθεσμα χρέη άνω των 500 Ευρώ, δύναται να επιβληθούν όλα τα εναλλακτικά αναγκαστικά μέτρα εισπράξεις, όπως είναι και οι κατασχέσεις ακινήτων. Επίσης, για μισθούς, συντάξεις και ασφαλιστικά βοηθήματα άνω των 1.000 και 1.500 Ευρώ το μήνα, είναι δυνατή η κατάσχεση στα χέρια του εργοδότη, η οποία φτάνει το ποσοστό του 50%. Τέλος, ως τρίτη παγίδα η Κατερίνα Παπακώστα ανέφερε την δυνατότητα κατάσχεσης του 100%  πάσης φύσεως αποζημιώσεων, επί παραδείγματι σε συνέχεια απόλυσης εργαζομένου, προκειμένου να καλυφθεί η ζημιά σε ασφαλισμένο περιουσιακό στοιχείο.

            Η Υφυπουργός Οικονομικών αρκέστηκε στην παρουσίαση των διατάξεων που ισχύουν επί του ζητήματος και δεσμεύθηκε πως σε περίπτωση στρεβλώσεων και κατασχέσεων για πολύ μικρά ποσά, θα γίνει σχετική σύσταση προς την Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων. Ανέφερε επιπλέον, πως οι οφειλέτες μπορούν να απευθύνονται στις ΔΥΟ για την δυνατότητα ρύθμισης των οφειλών τους, μην διευκρινίζοντας ωστόσο, πως πλέον οι ρυθμίσεις προβλέπουν μόνο 12 δόσεις.