Τελευταία Νέα

Αν ζούσε ο Κ. Καραμανλής τι θα έλεγε στην Α. Μέρκελ;

Η Ελληνική ένταξη στην ΕΟΚ τον Μάιο του 1979 υπήρξε το αποτέλεσμα μιας τιτάνιας προσπάθειας της Ελλάδος, αλλά ταυτόχρονα και η υλοποίηση μιας ιδέας του Έθνους που κυοφορείτο από την εποχή του νεοελληνικού Διαφωτισμού.

            Αν κανείς θελήσει, σήμερα, να δει ποιά ήταν τα κίνητρα των Εννέα χωρών, ώστε να κάνουν δεκτή την ένταξη της Ελλάδος στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες, σε συνδυασμό με την Ελληνική στρατηγική αλλά και την δική τους, θα διαπιστώσει ότι η ένταξη της Ελλάδος στην ΕΟΚ ήταν κορυφαίο εργαλείο για την εδραίωση της Δημοκρατίας στην Χώρα, όπως ορθά το έβλεπε Κωνσταντίνος Καραμανλής. Ισορροπούσε τις σχέσεις με τους δυτικούς αλλά και τους ανατολικούς, διότι έβαζε την Ελλάδα σε στρατηγική θέση στην περιοχή της νοτιοανατολικής Ευρώπης και στα Βαλκάνια και διότι δημιούργησε την Ευρωπαϊκή ταυτότητα της τρίτης Ελληνικής Δημοκρατίας.

            Η έκπληξη όμως είναι, ότι η ένταξη της Ελλάδος υπήρξε για την ίδια την Ευρώπη κορυφαίο γεγονός, το οποίο δεν έχουμε συνειδητοποιήσει. Δηλαδή εκείνη την εποχή, η ΕΟΚ ήταν μπροστά στην διεθνή οικονομική κρίση, ως αποτέλεσμα των διαφωνιών των Ευρωπαίων με τους Αμερικανούς από την ανυπαρξία ενός ευρωπαϊκού νομισματικού συστήματος. Ακριβώς σε αυτό το χρονικό σημείο, η Ελληνική Μεταπολίτευση αποτελούσε για την ενωμένη Ευρώπη μία σημαντική ευκαιρία, αφού ισορροπούσε τις ελλείψεις της με τον «θρίαμβο της Δημοκρατίας στην νότια Ευρώπη».

            Ο Καραμανλής το αντιλήφθηκε  και το αξιοποίησε, αφού η Ελλάδα ανταπέδιδε στην Ευρώπη το μοναδικό θετικό νέο εκείνης της άχαρης περιόδου, δηλαδή την δυνατότητα η Ευρώπη να εμφανιστεί ως φάρος σε διεθνές επίπεδο. Είναι λοιπόν ανοησία να ισχυριζόμαστε σήμερα, πως μία «μικρή» χώρα δεν μπορεί να επηρεάσει – και άρα υποτάσσεται στην μοίρα της. Ο Καραμανλής με την πολιτική και την στρατηγική του απέδειξε, πως μία «μικρή» χώρα μπορεί να παράγει θετικές εξελίξεις και πως οι «μεγάλες» χώρες ανταποκρίνονται στην θετική πολιτική μιας «μικρής» χώρας.

            Στην ιστορική ομιλία του, ο κορυφαίος πολιτικός του 20ου αιώνα, ως προφήτης, λέει: «Η ενοποίηση της Ευρώπης… θα είναι το μεγαλύτερο πολιτικό γεγονός στην ιστορία της Ηπείρου μας. …Θα εξισορροπήσει τον συσχετισμό δυνάμεων στον κόσμο, θα κατοχυρώσει την ανεξαρτησία και θα συμβάλλει στην εμπέδωση της παγκόσμιας τάξεως και ειρήνης.» Ορίζει την προστιθέμενη αξία τα Χώρας , την οποία να σημειώσω φροντίζουμε να απομειώνουμε με τις πράξεις και τα λόγια μας, ο πολιτικός κόσμος:  «Η Ελλάς είναι ο ακρίτας των ευρωπαϊκών συνόρων και ο μεσογειακός εξώστης της κοινής αγοράς. Με το εγκατεστημένο σε όλες τις Ηπείρους ανθρώπινο δυναμικό της και την ναυτιλιακή της δύναμη, μπορεί να συμβάλλει στην προβολή της Ευρωπαϊκής ιδέας.»

             Τονίζει με έμφαση στους Ευρωπαίους ότι αν τα Βαλκάνια εθεωρούντο η πυριτιδαποθήκη της Ευρώπης, η Ευρώπη ήταν η πυριτιδαποθήκη του κόσμου, αποδεικνύοντας ότι η Ευρώπη, από θέατρο μεγάλων συγκρούσεων, ενωμένη μετατρέπεται σε χώρο ειρήνης, ανάπτυξης και προόδου. Για δε το φαινόμενο της βίας και της τρομοκρατίας, από τότε είχε επισημάνει ότι η καθολική και έντονη ανησυχία των λαών της Ευρώπης από τον κίνδυνο της παρακμής, εκδηλώνεται με διαφορετικές μορφές, από το άγχος μέχρι και την βία, γιατί ο άνθρωπος θέλει να απομακρυνθεί από ένα τρόπο ζωής και αναζητεί καινούργιο.

            Ταυτόχρονα επισημαίνει την στασιμότητα στην παραγωγή πολιτικής σκέψης, αφού παραθέτει τον Πλάτωνα και τον Θουκυδίδη, ώστε να πείσει τους Ευρωπαίους ότι τα πολιτειακά και τα πολιτικά προβλήματα παραμένουν ίδια. Άρα χρειάζεται εκσυγχρονισμός της Δημοκρατίας με πρωταρχική αξία την αρετή του πολίτη, κατά τον Αριστοτέλη, όπου οι βασικές αξίες της ελευθερίας και της δικαιοσύνης θεμελιώνονται πάνω στην υπευθυνότητά του, ο ίδιος περιορίζει την κατάχρηση της ελευθερίας του και εγγυάται την ομαλή λειτουργία των δημοκρατικών θεσμών.

            Τώρα, στο εσωτερικό της Χώρας, ο Καραμανλής αφήνει ως ισχυρή παρακαταθήκη στην παράταξη που ίδρυσε, την Νέα Δημοκρατία, την σχολή σκέψης που υπηρετεί, ότι δηλαδή η σύγχυση ιδεών, ο ευδαιμονισμός, μαζί με τον στυγνό ορθολογισμό που αγνοεί τον Άνθρωπο σαν σκοπό της κοινωνικής συμβίωσης, έχουν παραμορφώσει το πολιτιστικό πρότυπο. Συμβουλεύει δε, ότι η επιβίωση του πολιτισμού και της Δημοκρατίας μπορεί να αντιμετωπισθεί μόνο με την αναμόρφωση των θεσμών και την επανασύνδεση του ορθολογισμού με τον συναισθηματισμό. Αν ζούσε ο Καραμανλής, θα συμβούλευε με αυστηρότητα την παράταξή του να οργανώσει την οικονομία γύρω από τον Άνθρωπο, αντί τον Άνθρωπο γύρω από την οικονομία.

            Αν ζούσε σήμερα, ο Καραμανλής θα έλεγε στην Ευρώπη και ιδίως στην Καγκελάριο Μέρκελ ότι η βούληση για ενοποίηση της Ευρώπης πρέπει να προσλάβει συγκεκριμένη και οριστική μορφή για να ανακτηθεί ο χρόνος που χάθηκε. Θα της θύμιζε, σε σχέση με το ζήτημα του Ελληνικού χρέους, ότι έχουμε εμπιστοσύνη και στην Ευρώπη και στην Ελλάδα, έχουμε την απόφαση να είμαστε όλοι Ευρωπαίοι, όπως θα έλεγε Τσώρτσιλ, και είμαστε όλοι Έλληνες, όπως θα έλεγε Στένλεϋ, και θα πρόσθετε λιτά και αποφασιστικά πως η στασιμότητα είναι η χειρότερη λύση.

            Παράλληλα θα έλεγε με ευθύτητα στην Άγκελα Μέρκελ και κοιτώντας την βαθιά στα μάτια ότι οι Έλληνες διδαχτήκαμε από τον κλασσικό Ελληνισμό ότι «χαλεπά τα καλά», ότι ζητούμε την κατανόηση των συνεταίρων μας, για να ξεπεράσουμε τις δυσκολίες και ότι έφτασε ο καιρός, ο Ευρωπαίος Φάουστ να επιχειρήσει νέο ταξίδι στην χώρα του μέτρου και της ισορροπίας, για να γεννήσει τον Ευφορίωνα, φτάνει να μην θέτουμε σαν πρωταρχικό σκοπό της ένωσης της Ευρώπης την υλική ευημερία.

            Αν ζούσε ο Καραμανλής, θα έλεγε στην Άγκελα Μέρκελ ότι η Ελλάδα για να ανταποκριθεί στις διεθνείς της «υποχρεώσεις», αγοράζει όπλα και διαθέτει τις Ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις σε διεθνείς αποστολές, εν μέσω χρέους. Πρόκειται για  όπλα και υπηρεσίες που προσφέρονται για χρήση σε διεθνείς εκστρατείες, για τις οποίες η Ελλάδα δαπανά σημαντικά ποσά. Για παράδειγμα, διπλωματικές πηγές μιλούν για 200 εκατ. Ευρώ το χρόνο, αναδεικνύοντας έτσι την συμβολή μας σε αυτού του είδους τις διεθνείς υποχρεώσεις.

            Αν ζούσε ο Καραμανλής, θα έλεγε στην Άγκελα Μέρκελ ότι μετά το Brexit, η Ελλάδα δεν θα πρέπει να επωμιστεί το κόστος της άρνησης πληρωμής εισφοράς της Μεγάλης Βρετανίας στον κοινοτικό προϋπολογισμό. Ούτε πρέπει να μειωθούν οι πόροι της από τα κοινοτικά ταμεία για αυτόν τον λόγο. Αλλιώς, ας πληρώσει η Μεγάλη Βρετανία εις είδος, με την επιστροφή των γλυπτών του Παρθενώνα στην Ελλάδα, άρα στην Ευρώπη, αφού αποτελούν μέρος την Ευρωπαϊκής πολιτιστικής κληρονομίας.

            Αν ζούσε ο Καραμανλής, είμαι απολύτως βέβαιη ότι αξιολογώντας την σημερινή πολιτική και κοινωνική κατάσταση της Ελλάδος, δεν θα θεωρούσε πια αρκετή την ίδια του την ιστορική δήλωση, σύμφωνα με την οποία «η χώρα έχει μεταβληθεί σε ένα απέραντο φρενοκομείο»…

Η ΝΔ, η Εύα Περόν και η Μέση Οδός

Ο Πρωθυπουργός συνηθίζει να αποκηρύσσει το «παλαιό σύστημα», συλλήβδην, με προφανή στόχευση να το απαξιώσει. Προφανώς, οι αναφορές του συμπεριλαμβάνουν την Νέα Δημοκρατία την οποία, εκ του πονηρού, τοποθετεί στο ίδιο κάδρο, ώστε να «συγχρωτίζεται» σημειολογικά με όλα τα αρνητικά που συνοδεύουν την αναφορά του.

            Η Νέα Δημοκρατία  είναι ιστορική παράταξη που με τον ιδρυτή της Κωνσταντίνο Καραμανλή να θεωρείται ο κορυφαίος Έλληνας πολιτικός του 20ου αιώνα, με ισχυρά τα ίχνη της στον κοινωνικό ιστό, άφησε την Ελλάδα μέλος της Ευρώπης, με αδιατάρακτη δημοκρατία, με κοινωνική γαλήνη, με ισχύ Ενόπλων Δυνάμεων, με πλούτο, με πηγές ενέργειας, με ισχυρή οικονομία και με επενδύσεις σε ξένες χώρες. Ριζοσπάστης στον συντηρητισμό του, επέβαλε τη λήθη και αναχαίτισε τον διχασμό και τα άκρα και έκανε βιωματική πολιτική συμπεριφορά το μέτρο και την μετριοπάθεια.

             Αργότερα, ακολούθησε η δεύτερη κρίσιμη ιστορική περίοδος, κατά την γνώμη μου, για την καμπή αυτής της χώρας, τις επιπτώσεις της οποίας τις βιώνουμε σήμερα. Η είσοδος στην Οικονομική και Νομισματική Ένωση (ΟΝΕ), ως ένα γεγονός συμβολικού χαρακτήρα αντί ως μιας ρηξικέλευθης πολιτικής και οικονομικής αλλαγής για την Χώρα. Και αυτό έχει επιφέρει επιπτώσεις, διότι ήταν μια προσπάθεια με δυνητικά οφέλη αλλά και με δυνητικούς κινδύνους, τους οποίους σήμερα ζούμε, για την εθνική οικονομία.

            Η ενθουσιώδης ρητορεία περί «ισχυρής Ελλάδας», προκειμένου να αξιοποιηθεί το Ευρώ ως μέσο ιδεολογικής κυριαρχίας των εκσυγχρονιστών, είχε προφανείς πολιτικές σκοπιμότητες για το εσωτερικό του ΠΑΣΟΚ, αφού οι εκσυγχρονιστές δεν μίλησαν για τις μεγάλες αναπροσαρμογές της οικονομικής πολιτικής που απαιτούσε η μετάβαση από ένα μαλακό νόμισμα, σαν την Δραχμή, σε ένα σκληρό νόμισμα, σαν το Ευρώ. Έτσι λοιπόν ουσιαστικά, υπονομεύθηκε η επόμενη διακυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας.

            Η τρίτη κρίσιμη χρονική περίοδος είναι όταν η Νέα Δημοκρατία παραλαμβάνει, με τη διαδικασία της συνέχειας του κράτους, το πρώτο μνημόνιο από την Κυβέρνηση Παπανδρέου, τον οποίον παρεμπιπτόντως στις 27-01-2017 ο πρώην Πρωθυπουργός και πρώην αρχηγός της παράταξής του, ο κ. Σημίτης, επέκρινε ισχυριζόμενος ότι τότε η Χώρα ήταν απροετοίμαστη για να δεχτεί το πρώτο Μνημόνιο. Η Νέα Δημοκρατία παρέλαβε όμως με την αρχή της συνέχειας του κράτους αυτό το πρώτο Μνημόνιο, διόρθωσε την πολιτική, την συνταγή και το μείγμα της πολιτικής, και σήμερα είμαστε όλοι προ των ευθυνών μας. Εκεί υπήρξε ένα πρώτο πολιτικό unfair από τη σημερινή Κυβέρνηση και τους συνεργάτες της, ότι δηλαδή συστηματικά, οργανωμένα και με στοχευμένο τρόπο ενοχοποίησε την Κυβέρνηση με κύριο κορμό την Νέα Δημοκρατία, επειδή υλοποιούσε διά της αρχής της συνέχειας του κράτους, όπως θεσμικά όφειλε, τα συμφωνημένα, τα οποία παρέλαβε.

            Σήμερα, ο Πρωθυπουργός και η Κυβέρνηση υλοποιούν τα συμφωνημένα διότι τα συμφωνημένα πρέπει να τηρούνται.  Είμαστε λοιπόν όλοι προ των ευθυνών μας να σχεδιάσουμε μια Πολιτική και μια Στρατηγική για τη μεταμνημονιακή εποχή της Χώρας, αναχαιτίζοντας τον πειρασμό του διχασμού και των ακροτήτων που τον συνοδεύουν. 

            Το δεύτερο μεγάλο πολιτικό unfair game του Πρωθυπουργού με ευθύνη βεβαίως και των δανειστών, οι οποίοι είναι και διχασμένοι αυτή την ώρα, έχει να κάνει με την προδέσμευση μέτρων και αντισταθμιστικών, τα οποία ανήκουν στον επόμενο κύκλο διακυβέρνησης. Είναι απόλυτο και δημοκρατικό και αναφαίρετο δικαίωμα, της επόμενης Κυβέρνησης να υλοποιήσει τις πολιτικές που εκείνη θα επιλέξει με τους εταίρους, σε εκείνη την περίοδο.

            Άρα, ο Πρωθυπουργός έχει κάνει ένα μεγάλο πολιτικό unfair και μάλιστα χωρίς να ζητήσει την έγκριση του λαού, αφού επενδύει στην θεσμική συνέπεια της Νέας Δημοκρατίας, η οποία πιστεύει πως το κράτος έχει συνέχεια και ότι τα συμφωνημένα θα πρέπει να τηρούνται και βεβαίως στην αρχή της εμπιστοσύνης του πολίτη προς το κράτος, που πρέπει ο πολιτικός κόσμος κάθε μέρα να χτίζει.

            Διαχρονικά, οι πολίτες του κόσμου, οι οποίοι έρχονταν αντιμέτωποι με σκληρές πολιτικές ζητούσαν το ίδιο ακριβώς πράγμα, το οποίο αποτυπώνεται άριστα στην παράσταση «Εβίτα», όπου ο λαός τραγουδά στην Εύα Περόν: «Οι όροι της Πολιτικής σαφείς, ρητοί και ακριβείς: Κάνε το όπως μπορείς, τέχνη του εφικτού και του ανέφικτου. Τη μια τραβάς με τον σταυρό, τη μια με τον εξαποδώ. Θες μια μέση οδό».

            Η Μέση Οδός είναι η ποιοτική διαφορά της Νέας Δημοκρατίας ως θεσμικής και ιστορικής παράταξης, η οποία είναι βαθειά συνδεδεμένη με το ιδεολογικό της DNA και ως της πολιτικής δύναμης και η οποία εγγυάται την ενότητα του Έθνους και της Ελληνικής κοινωνίας, αναχαιτίζοντας τον λαϊκισμό, την μισαλλοδοξία και τον διχασμό, προκειμένου να αντλήσει εύκολα κέρδη στον βωμό της μικροκομματικής συγκυρίας. Άρα, ο Πρωθυπουργός διαπράττει συνειδητά ένα ακόμα unfair, διότι δεν επιτρέπεται να συγκαταλέγει στην ρητορική περί παλαιού κομματικού συστήματος την Νέα Δημοκρατία, διότι η ποιότητά της είναι ευδιάκριτη στο θεσμικό, στο δημοκρατικό, πολιτικό πεδίο. Ακόμη και αν κατανοώ την ανάγκη του να την αποδομήσει, πλην όμως πράττει λανθασμένα, διότι ως θεσμικός παράγοντας, η Νέα Δημοκρατία είναι η μόνη πολιτική δύναμη που δύναται να υλοποιήσει την Πολιτική και Στρατηγική της Χώρας για την μεταμνημονιακή περίοδο επ’ ωφελεία του κοινωνικού συνόλου.    

           Την «Μέση Οδό» πρέπει να βρούμε, αλλιώς θα μας καταπιεί ο Αμοραλισμός, ο Διχασμός και τα Άκρα. Πρέπει να βρούμε και πάλι το όραμά μας και να αναχαιτίσουμε την παρακμή των αρχών και των αξιών μας, συνέπεια της οποίας είναι η οικονομική κρίση.

 

Δήλωση Κατ. Παπακώστα για την σημερινή διαμαρτυρία των ΑμεΑ

Με αφορμή την σημερινή κινητοποίηση των ΑμεΑ σε ένδειξη διαμαρτυρίας για τις περικοπές των συντάξεων, μισθών και επιδομάτων τους, η Βουλευτής Β’ Αθηνών της Νέας Δημοκρατίας, Κατερίνα Παπακώστα-Σιδηροπούλου προέβη στην ακόλουθη δήλωση:

            «Τα ΑμεΑ διαμαρτύρονται σήμερα για τις άδικες περικοπές των συντάξεών τους, των μισθών και των επιδομάτων τους.

            Με τον νόμο Κατρούγκαλου η ευαίσθητη αυτή κοινωνική ομάδα υπέστη άδικες και πολύ σκληρές μειώσεις. Δεν υπολογίστηκε ούτε στο ελάχιστο πως το κόστος διαβίωσης των ΑμεΑ είναι κατά πολύ υψηλότερο από αυτό ενός μέσου πολίτη.

            Ερώτησή μου προς το Υπουργείο Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης για την μείωση των κύριων συντάξεων, ακόμη και των δικαιούχων με ποσοστό αναπηρίας 80% και άνω, η οποία κατατέθηκε τον Οκτώβριο του 2016, έχει μείνει αναπάντητη.

            Προφανώς, η Κυβέρνηση δεν είναι σε θέση να τεκμηριώσει και να εξηγήσει αυτή την ρύθμιση που πλήττει μία κοινωνική ομάδα, η οποία χρειάζεται την στήριξη της κοινωνίας και της πολιτείας, ώστε να πάψει οριστικά η περιθωριοποίησή της.»

Ερώτηση Κατ. Παπακώστα για τα Μνημεία Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομίας της Ελλάδας

Ερώτηση προς το Υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού κατέθεσε η Βουλευτής Β’ Αθηνών της Νέας Δημοκρατίας Κατερίνας Παπακώστα-Σιδηροπούλου για τα Μνημεία Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς.

            Στο κείμενο της Ερώτησης η Βουλευτής αναφέρει πως το 1981 η Ελλάδα συνυπέγραψε την Συνθήκη της UNESCO για την προστασία των μνημείων και χώρων παγκόσμιας κληρονομιάς από κάθε είδους φθορά και καταστροφή, προκειμένου αυτά να κληροδοτηθούν στις επόμενες γενιές. Με αυτό τον θεσμό, η UNESCO επιδιώκει την προστασία και την ανάδειξη μνημείων, ομάδων κτισμάτων και χώρων με ιστορική, αισθητική, αρχαιολογική, επιστημονική, εθνολογική ή ανθρωπολογική αξία.

            Η Κατερίνα Παπακώστα τονίζει πως στην Χώρα μας, 18 μνημεία πληρούν τα κριτήρια για να χαρακτηριστούν Μνημεία Παγκόσμιας Κληρονομιάς, ενώ από το 1999 οι επιχειρησιακές οδηγίες της UNESCO απαιτούν κατά την υποβολή υποψηφιότητας και ένα σχέδιο Διαχείρισης (Management Plan).  Η Βουλευτής υπενθυμίζει επιπλέον, πως η Κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας έχει σχεδιάσει την χρηματοδότηση Σχεδίων Διαχείρισης για τα Μνημεία Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς της Χώρας.

            Βάσει των ανωτέρω, ρωτά  την Υπουργό Πολιτισμού και Αθλητισμού πότε δημοσιεύθηκε η πρόσκληση του επιχειρησιακού προγράμματος «Μεταρρύθμιση Δημοσίου Τομέα 2014-2020» και πότε κατατέθηκε το αίτημα χρηματοδότησης της πράξης «Ολοκληρωμένη διαχείριση αρχαιολογικών χώρων και μνημείων – εκπόνηση σχεδίων διαχείρισης για τα εγγεγραμμένα μνημεία και χώρους της Ελλάδος στον κατάλογο παγκόσμιας κληρονομιάς της UNESCO», ποιά μνημεία αφορά και ποιός είναι ο προϋπολογισμός για το καθένα από αυτά.

          Ζητά να ενημερωθεί επιπλέον αν έχει δρομολογηθεί κατάρτιση σχεδίου Διαχείρισης για τα εγγραμμένα μνημεία και τους εγγεγραμμένους χώρους μέσα από άλλες διαδικασίες, όπως και ποιες υπηρεσίες του Υπουργείου θα εμπλακούν στην κατάρτιση των σχετικών σχεδίων διαχείρισης και αν θα συμμετάσχει και η Τοπική Αυτοδιοίκηση.

            Τέλος, η Κατερίνα Παπακώστα ρωτά πότε κατατέθηκαν οι προτάσεις για εργασίες στους αρχαιολογικούς χώρους της Ακρόπολης Αθηνών και του Ανακτόρου των Αιγών στο πλαίσιο του ΕΠΑΝΕΚ και με ποιό κριτήριο γίνεται η εξειδίκευση δράσεων για παρεμβάσεις σε αρχαιολογικούς χώρους και μνημεία, τα οποία έχουν ενταχθεί στην UNESCO.

 

Η αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης του πολίτη στο σύγχρονο κράτος

Εξ ορισμού, η εμπιστοσύνη προς την πολιτεία, για τον μέσο πολίτη, συνδέεται με το δίκαιο, το ηθικό και την αξιοπιστία. Η αρχή, λοιπόν, της εμπιστοσύνης του πολίτη προς το κράτος του, εμπεριέχει την ηθική διάσταση της σχέσης του με την πολιτεία στην οποία ζει και λειτουργεί.

                  Η αρχή της εμπιστοσύνης του ανθρώπου στο σύγχρονο κράτος έχει κοινωνιολογικές και φιλοσοφικές ρίζες, αλλά και πολιτικό και νομικό έδαφος. Αν αναλογιστεί κανείς πώς ήταν δομημένη η κοινωνία στους κλασσικούς χρόνους, θα διαπιστώσει, πως ήταν ανύπαρκτη η αρχή της εμπιστοσύνης, γιατί τότε πόλη και πολίτης ήταν ένα και το αυτό. Η δε άμεση δημοκρατία, στους κλασσικούς χρόνους, είχε απολύτως ταυτίσει το δημόσιο με το ιδιωτικό συμφέρον, άρα δεν υπήρχε κρίση εμπιστοσύνης του ανθρώπου προς το κράτος, αφού στην ουσία ήταν… η προέκτασή του.

                    Επίσης, ανυπαρξία της αρχής βρίσκουμε σε όλα τα τυραννικά καθεστώτα, όσο και στον Μεσαίωνα με εύκολα ερμηνεύσιμη την αιτία. Ως νόμος οριζόταν η βία της εξουσίας αφενός και η εξουσία της θρησκείας αφετέρου.

                  Η άνοδος της αστικής τάξης και η δεσπόζουσα θεωρία του κοινωνικού συμβολαίου κάνει την διαφορά. Το κοινωνικό συμβόλαιο, σύμφωνα με τον Ρουσσώ, συνίσταται σε μονομερή πράξη του κυρίαρχου, δηλαδή του λαού. Άρα, οι κυβερνώντες ασκούν την εξουσία στο όνομα του λαού, μόνο εφόσον έχουν την εμπιστοσύνη του.

                  Με το πέρασμα του χρόνου φτάνουμε στο σύγχρονο κράτος, όπου ο πολίτης αναμένει με εμπιστοσύνη ότι η Πολιτεία θα εκπληρώσει τον κοινωνικό της ρόλο, όχι στο πλαίσιο μιας τυπικής νομιμότητας, αλλά στο πεδίο της αρχής της εμπιστοσύνης. Αυτού του είδους το κράτος σκοπεύει να προστατεύει τον πολίτη από διαφορετικές επιλογές της εξουσίας κάθε φορά.

                 Το κράτος δικαίου επομένως, είναι η ομπρέλα, η οποία υπερασπίζεται την αρχή της εμπιστοσύνης, η οποία δεν είναι καθόλου συμπτωματική, διότι, σύμφωνα με το Σύνταγμα, ο πολίτης είναι υποκείμενο δικαίου το οποίο έχει στο οπλοστάσιό του την προστασία των εννόμων συμφερόντων του.

                 Ήδη στην Γερμανία, στην νομολογία του ομοσπονδιακού διοικητικού δικαστηρίου, ο πολίτης μπορεί να προσφύγει για να κατοχυρώσει την αρχή της εμπιστοσύνης, τόσο στην αρχή της καλής πίστης όσο και στην κατοχυρωμένη νομική ασφάλεια του κράτους δικαίου.

                Όσον αφορά στο Συμβούλιο της Επικρατείας, για ένα ικανό χρονικό διάστημα, οι αποφάσεις του έβλεπαν την αρχή της εμπιστοσύνης ως μία γενική αρχή, ώσπου ήρθε απόφαση του ΣτΕ, η οποία με ρητό τρόπο αναγνωρίζει την τυπική ισχύ της αρχής της τεκμηριωμένης εμπιστοσύνης, ως αρχή του κράτους δικαίου.

                Άρα, η εμπιστοσύνη του πολίτη, για να μπορεί να θεωρηθεί άξια προστασίας, μπορεί να προβληθεί μόνο εφόσον ο ενδιαφερόμενος αποδεικνύεται ότι τελεί συνετός και επιμελής ως προς τις υποθέσεις του. Αφορά δηλαδή στην εύλογη πεποίθηση που μπορεί να δημιουργηθεί στον καλοπροαίρετο άνθρωπο, πως μία πραγματική κατάσταση που τον αφορά ως διοικούμενο περιβάλλεται από την νομική ασφάλεια του κράτους δικαίου.

            Διαχρονικά, αλλά με ιδιαίτερη έμφαση το τελευταίο διάστημα, λόγω των συχνών αλλαγών κυβερνήσεων, απασχολεί η αρχή της συνέχειας του κράτους και της διοίκησης. Δηλαδή, κατά πόσον οι αποφάσεις δεσμεύουν και κυρίως εφαρμόζονται τόσο από την διοίκηση όσο από την κυβέρνηση. Η αρχή της συνέχειας του κράτους είναι ικανή προϋπόθεση για την επίτευξη των εθνικών στόχων μέσω της τήρησης των υπεσχημένων (pacta sunt servanda). Ταυτόχρονα, η αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης του πολίτη στο κράτος δικαίου κατοχυρώνει την δυνατότητα της προγραμματισμένης κοινωνικής, επαγγελματικής και οικονομικής δράσης του πολίτη.

            Ένα σύγχρονο κράτος δικαίου επομένως, στους κρίσιμους καιρούς που ζούμε, πορεύεται με ασφάλεια, τηρώντας ως νόρμες τις δύο αυτές αρχές. Η απονομιμοποίηση - εξαιτίας των πολιτικών συγκυριών – αυτών των δύο αρχών, ισοδυναμεί με de facto ακύρωση αφενός του κράτους δικαίου και αφετέρου της συνέχειας του κράτους αλλά και της αρχής της εμπιστοσύνης του πολίτη προς το κράτος, επιφέροντας επιπτώσεις στην οικονομική και κοινωνική δραστηριότητα των πολιτών, αφού πλέον υπονομεύεται η πίστη του πολίτη προς αυτό.

            Επιπλέον, οι δύο αυτές αρχές χαρακτηρίζουν την αξιοπιστία του κράτους δικαίου, την ικανότητα προσαρμογής  του στην νέα κατάσταση, αλλά και το κύρος του. Υπό την έννοια αυτή, η αρχή της εμπιστοσύνης του πολίτη στο κράτος και η αρχή της συνέχειας του κράτους οφείλουν να τηρούνται από τον πολιτικό κόσμο ως ο μοναδικός τρόπος ορθής, αξιόπιστης και ηθικής υλοποίησης της εντολής που έλαβαν από τους πολίτες, προκειμένου να διοικήσουν το κράτος προς όφελός τους.