Πρακτικά

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΗ ΟΔ' Πέμπτη, 24 Ιανουαρίου 2002

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΗ ΟΔ'
Πέμπτη, 24 Ιανουαρίου 2002

ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ
Μόνη συζήτηση επί της αρχής, των άρθρων και του συνόλου της πρότασης νόμου αρμοδιότητας του Υπουργείου Δημοσίας Τάξης: "Για την αντιμετώπιση της παράνομης κατοχής, χρήσης και εμπορίας πυροβόλων όπλων και συναφών μηχανισμών και αντικειμένων

Η κα Παπακώστα έχει το λόγο.
ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗ ΠΑΠΑΚΩΣΤΑ-ΣΙΔΗΡΟΠΟΥΛΟΥ: Κύριε Πρόεδρε, κύριοι συνάδελφοι, συζητούμε σήμερα ένα σχέδιο νόμου, το οποίο κυρίως και πρωτίστως αφορά τη λαθρεμπορία όπλων, την παράνομη κατοχή και χρήση, ένα ζήτημα το οποίο εντάσσεται στη γενικότερη έλλειψη μιας εθνικής αντεγκληματικής πολιτικής, η οποία βεβαίως ελλείπει από την πατρίδα μας με ευθύνη καθαρά της Κυβέρνησης, η οποία είτε αδιαφορεί είτε κωφεύει είτε, εν πάση περιπτώσει, επαναπαύεται κάθε φορά σε ρυθμίσεις τις οποίες θα φέρει υπό αίρεση παραπέμποντας το θέμα στις καλένδες.
Θεωρώ ότι το ζήτημα είναι εξόχως σημαντικό, υπό την έννοια ότι συναρτάται αμέσως με το οργανωμένο έγκλημα και συγκεκριμένα με εγκληματικές δραστηριότητες, όπως είναι παραδείγματος χάριν το λαθρεμπόριο όπλων -εκεί θα πρέπει να δούμε λίγο και τα ζητήματα των πυρηνικών και άλλων επικίνδυνων υλικών- την τρομοκρατία, η οποία συναρτάται ευθέως και αμέσως με τη διακίνηση των λαθρομεταναστών και τη διαδικασία μέσα από την οποία -την διακίνηση των λαθρομεταναστών- διακινούνται και τα όπλα. Και βεβαίως να πούμε ότι ο ν. 2168/93 ήταν ένας νόμος ο οποίος υπήρξε πρωτοποριακός και ο οποίος ουσιαστικά αντικατέστησε το ν. 495/76. Και βεβαίως, κυρία Πρόεδρε και κύριοι συνάδελφοι, κυριότερες διατάξεις αυτού του νόμου, ήταν ο προσδιορισμός της έννοιας των όπλων, των πυρομαχικών, των εκρηκτικών υλών, η κατάταξη των κυνηγητικών όπλων σε δύο κατηγορίες, πράγματα τα οποία δεν συνέβαιναν μέχρι τότε. Και μάλιστα θεωρήθηκε πρωτοποριακός και για έναν επιπρόσθετο λόγο. Διότι τότε, ελήφθησαν υπόψη, για να μπορέσει να θεσμοθετηθεί αυτό το συγκεκριμένο νομοσχέδιο και συνέχεια νόμος του κράτους, οι απόψεις όλων των εμπλεκομένων φορέων.
Θα σας αναφέρω ενδεικτικά τις Ομοσπονδίες των Εμπόρων, τους Κυνηγετικούς και Σκοπευτικούς συλλόγους. Στη συνέχεια ψηφίστηκε και έγινε νόμος της Βουλής.
Καθορίστηκαν λοιπόν οι προϋποθέσεις για την εισαγωγή από το εξωτερικό, για την εξαγωγή, την επανεξαγωγή, τη διαμετακόμιση, την κατασκευή στο εσωτερικό, την εμπορία, τη διάθεση, την κατοχή όπλων σε πλοία και αεροσκάφη, την οπλοχρησία. Βεβαίως, αν θέλετε, εξειδικεύτηκαν και ορισμένες διακεκριμένες περιπτώσεις με αυξημένες ποινές, όπως παραδείγματος χάρη με κατάσχεση, με δήμευση.
Ασχολήθηκε και ασχολείται ο νόμος αυτός, γιατί είναι σε ισχύ, με την χορήγηση και την ανάκληση αδειών, τις υποχρεώσεις των εισαγωγέων, κατασκευαστών κλπ. Ταυτόχρονα εναρμονίστηκαν και οι διατάξεις με την οδηγία 91/477 της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κυρία Πρόεδρε και κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, σχετικά με τον έλεγχο της απόκτησης και κατοχής όπλων. Τέλος, προστέθηκαν και οι διατάξεις στο ν. 456/76 περί φωτοβολίδων και κροτίδων.
Θέλω να σας πω, επειδή άκουσα τον εισηγητή της Κυβέρνησης, ότι τα ζητήματα αυτά βεβαίως και δεν αντιμετωπίζονται αποσπασματικά. Προϋποθέτουν την τεχνική και πρακτική αντιμετώπιση του ζητήματος, η οποία στην ουσία θα πρέπει να παρέχει ένα δίκτυο πληροφόρησης, το οποίο στη χώρα μας είναι υποτυπώδες έως ανύπαρκτο. Βεβαίως αυτό το πράγμα εξαρτάται και από τους χρήστες.
Τα δυσμενή επακόλουθα, κύρια Πρόεδρε, από τη διάπραξη σχετικών αδικημάτων, σαν αυτά που συζητούμε στο σημερινό σχέδιο νόμου, και η σχέση των όπλων και των εκρηκτικών με το οργανωμένο έγκλημα και την τρομοκρατία, φαντάζομαι ότι είναι πασιφανή και πασίδηλα.
Η αύξηση του λαθρεμπορίου και η αδυναμία αντιμετώπισης του προβλήματος της λαθρομετανάστευσης είναι ένα ζήτημα, το οποίο ακριβώς εντάσσεται στη συζήτηση την οποία κάνουμε. Η αδιαφορία των Υπουργείων της Δημόσιας Τάξης, Οικονομικών και Εμπορικής Ναυτιλίας να μπορέσουν να δημιουργήσουν εξειδικευμένο προσωπικό, το οποίο να λειτουργεί με πλήρη επαγγελματισμό, τόσο κεντρικά όσο και ιδίως περιφερειακά - που μας ενδιαφέρει- και να στελεχώσει με ικανό αριθμό ανθρώπων και μέσων τις υπηρεσίες, πράγματι καθιστά το πρόβλημα ακόμα εντονότερο.
Προηγουμένως ελέγχθη και συζητήθηκε το θέμα της αστυνόμευσης και της εκπαίδευσης των αστυνομικών. Ασφαλέστατα, κύρια Πρόεδρε και κύριοι συνάδελφοι, η δημόσια ασφάλεια προϋποθέτει δημόσια τάξη. Η δημόσια τάξη προϋποθέτει καλή αστυνόμευση. Η καλή αστυνόμευση στη συνέχεια προϋποθέτει σύγχρονη και αποτελεσματική αστυνομία. Η καλή αστυνομία προϋποθέτει καλά εκπαιδευμένους αστυνομικούς, οι οποίοι αμείβονται τουλάχιστον αξιοπρεπώς. Η οργάνωση, η δομή και η λειτουργία της Ελληνικής Αστυνομίας είναι ακόμη ζητούμενο, κύριε Υπουργέ.
Εκείνο το οποίο θα ήθελα να πω είναι το εξής: Είναι χαρακτηριστικό του πόσο σοβαρά παίρνει υπόψη της η Κυβέρνηση το ζήτημα, το οποίο συζητούμε σήμερα, το εξής γεγονός. Η κεντρική υπηρεσία, η οποία υπάρχει στη Διεύθυνση Ασφαλείας Αττικής, δηλαδή το Τμήμα Όπλων και Εκρηκτικών, και το οποίο ασχολείται με το θέμα, έχει αυτήν την ώρα είκοσι άτομα ως προσωπικό και δύο αυτοκίνητα.
Ακούστε με τι ζητήματα ασχολείται: Με την έκδοση αδειών οπλοφορίας, με την κατοχή όπλων ως κειμηλίων, με την κατοχή όπλων σκοποβολής, εμπορίας, εισαγωγής, μεταφορές όπλων, εκρηκτικών, κατοχής όπλων από ιδιωτικές επιχειρήσεις, ΔΕΚΟ, τράπεζες, νοσοκομεία, οπλοφορίες με ιδιωτικά όπλα αστυνομικών και χίλια δύο ζητήματα.
Παράλληλα, ενώ έχει όλο αυτόν το φόρτο εργασίας, είναι υποχρεωμένα αυτά τα μόλις είκοσι άτομα με τα δύο αυτοκίνητα -γιατί μιλούσαμε για το προσωπικό και την υποδομή και την υποστήριξη, την οποία παρέχει το Υπουργείο Δημόσιας Τάξης- να διατάσσονται καθημερινά, διατεταγμένη δηλαδή υπηρεσία, σε εξωτερικές και εσωτερικές υπηρεσίες, περιπολίες κλπ. Ως εκ τούτου η βεβαίωση των παραβάσεων περιορίστηκε στο ελάχιστο.
Χαρακτηριστικά θα σας αναφέρω ότι το 2001 βεβαιώθηκαν τρεις παραβάσεις σε σκοπευτήρια, δύο για φωτοβολίδες, έξι σε καταστήματα εμπορίας όπλων και μία για εμπορία φυσιγγίων. Αυτά είναι από ανήκουστα έως γελοία, έως γραφικά, ας μου επιτραπεί η έκφραση. Ακούω κάποιους συναδέλφους, οι οποίοι έχουν αντιρρήσεις, τα στοιχεία όμως είναι καθοριστικά και καταλυτικά.
Θέλω να σας πω ότι η χορήγηση των αδειών οπλοφορίας έχει εξελιχθεί, κύρια Πρόεδρε και κύριοι συνάδελφοι, σε ένα ζήτημα κομματικής συναλλαγής, αφού υπάρχει ένας μεγάλος αριθμός περιπτώσεων που ανακαλούνται άδειες με δύο και τρεις ανανεώσεις ανά τριετία, χωρίς να έχουν μεταβληθεί οι όροι που χορηγήθηκαν, προκειμένου να ικανοποιούνται ανεξέλεγκτα αιτήματα ατόμων, με μόνο μέσο συναλλαγής και όχημα τον κομματικό μηχανισμό.
Δεν υπάρχει -και εδώ είναι το ζήτημα, κύρια Πρόεδρε, και πρέπει πράγματι να ψέξουμε την Κυβέρνηση- συνεργασία με Διεθνείς Οργανισμούς και ιδιαίτερα με την Ιντερπόλ. Δεν υπάρχει ενεργή συμμετοχή στο ισχύον, από το 1994, σύστημα ανίχνευσης όπλων και εκρηκτικών, το περίφημο Interpol Weapons and explosives system. Αυτό νομίζω ότι είναι ένα ζήτημα το οποίο πραγματικά μας απασχολεί, μας ανησυχεί και ίσως δεν έχουμε ασχοληθεί όσο έπρεπε.
Κυρία Πρόεδρε, μιας και έχουμε αυτήν τη συγκεκριμένη πρόταση, θέλω τώρα να πω το εξής: Επειδή γενική αρχή του δικαίου είναι ότι το δημόσιο συμφέρον είναι υπέρτερο του ιδιωτικού, οι διατάξεις για τα όπλα-ιστορικά κειμήλια θα πρέπει να ενταχθούν στο συγκεκριμένο σχέδιο νόμου και να το δούμε στην κατ' άρθρο συζήτηση, όπου θα πρέπει να ισχύσει κι εδώ ό,τι ισχύει στη Γαλλία ή στη Γερμανία, ας πούμε, όπου τα ιστορικά κειμήλια θα καθίστανται ανενεργά και θα πιστοποιούνται από την αρχή για το λόγο αυτό.
Τελειώνοντας θέλω να σας πω το εξής, κυρία Πρόεδρε, για να μη νομισθεί ότι γίνεται στείρα αντιπολίτευση. Θα σας αναφέρω ένα άρθρο της "Ελευθεροτυπίας" της Τρίτης, 29 Αυγούστου 2000, με τίτλο "Αρματωμένος ένας στους δέκα Έλληνες". "Λαθρεμπόριο όπλων" είναι ο υπότιτλος. "Σε ένα εκατομμύριο υπολογίζονται οι ένοπλοι συμπολίτες μας, όταν οι νόμιμες άδειες που έχουν χορηγηθεί αριθμούν μόλις τέσσερις χιλιάδες".
Κυρία Πρόεδρε, τελειώνοντας θέλω να πω στον κύριο Υπουργό: "Πίνακας κατασχεθέντων 2000-2001: Αυτόματα 49 το 2001". "Εξιχνιάστηκαν", λέει, "1.250 περιπτώσεις". Είναι τα στοιχεία του Υπουργείου Δημόσιας Τάξης. "87% επιτυχία", λέει.
Θέλω να κάνω μία επισήμανση, για να γραφεί στα Πρακτικά. Κυρία Πρόεδρε, είναι παραπλανητικό το ποσοστό. Περιλαμβάνει περιπτώσεις όπως είναι, παραδείγματος χάρη, η παράνομη κατοχή κυνηγετικών όπλων. Να μας πει το Υπουργείο, ο καθ' ύλην αρμόδιος Υπουργός, πόσες περιπτώσεις εξιχνιάστηκαν με άγνωστους δράστες και βεβαίως να μας πει επίσης σε ποιες περιπτώσεις διεπιστώθη η πηγή προέλευσης του πυροβόλου όπλου, με το οποίο διεπράχθη το αδίκημα. Οι αρμόδιες υπηρεσίες δεν γνωρίζουν ότι υπάρχει αριθμός σε κάθε όπλο; Ακόμα και αν κλαπεί, με βάση αυτόν τον αριθμό μπορεί να διαπιστωθεί πού πήγε, πώς διακινήθηκε, ποιος το έχει στα χέρια του;
Σας ευχαριστώ πολύ.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΗ ΞΕ' Παρασκευή 11 Ιανουαρίου 2002

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΗ ΞΕ'


Παρασκευή 11 Ιανουαρίου 2002

Θα συζητηθεί η υπ' αριθμόν 22/22-11-2001 επερώτηση των Βουλευτών της Νέας Δημοκρατίας, κυρίων Χρήστου Μαρκογιαννάκη, Θεόδωρου Αναγνωστόπουλου, Αθανάσιου Δαβάκη, Θεόφιλου Βασιλείου, Θεόδωρου Κατσίκη, Ιωάννη Κεφαλογιάννη, Ευάγγελου Πολύζου, Ιωάννη Λαμπρόπουλου, Νικόλαου Γκελεστάθη, Γεώργιου Γαρουφαλιά, κα Αικατερίνη Παπακώστα, κυρίων Αλέξανδρου Λυκουρέζου, Κων/νου Τασούλα, Αριστόβουλου Σπηλιωτόπουλου, Προκόπη Παυλόπουλου και Βύρωνα Πολύδωρα προς τον Υπουργό Δημόσιας Τάξης σχετικώς με την καταπολέμηση της εγκληματικότητας και την αντιμετώπιση αιτημάτων των αστυνομικών και πυροσβεστών. Για τη συζήτηση της επερώτησης ορίζεται από τη Νέα Δημοκρατία ως Κοινοβουλευτικός Εκπρόσωπος, ο Βουλευτής της Β΄ Αθήνας, ο συνάδελφος, ο κ. Βύρων Πολύδωρας.
Πριν δώσω το λόγο στον πρώτο επερωτώντα Βουλευτή, που είναι ο κύριος Μαρκογιαννάκης, θέλω να υπενθυμίσω στους κυρίους συναδέλφους ότι ισχύει ο νέος Κανονισμός ως προς τους χρόνους ομιλίας. Έτσι, ο πρώτος επερωτών Βουλευτής έχει δεκαπέντε λεπτά χρόνο ομιλίας, οι υπόλοιποι συνάδελφοι έχουν πέντε λεπτά, όπως είχαν, ο Υπουργός είκοσι πέντε λεπτά στην πρωτολογία του, ο Κοινοβουλευτικός Εκπρόσωπος της Νέας Δημοκρατίας δεκαπέντε λεπτά και οι υπόλοιποι Κοινοβουλευτικοί Εκπρόσωποι οκτώ λεπτά. Όσοι έχουν δευτερολογία, όπως ο Υπουργός και ο Κοινοβουλευτικός Εκπρόσωπος της Νέας Δημοκρατίας και οι επερωτώντες Βουλευτές, ισχύει ο μισός χρόνος του αρχικού.

ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗ ΣΙΔΗΡΟΠΟΥΛΟΥ-ΠΑΠΑΚΩΣΤΑ: Κύριε Πρόεδρε, κύριοι συνάδελφοι, σε σχέση με την επερώτηση που συζητούμε σήμερα και ειδικότερα για την εγκληματικότητα, η οποία θεωρείται από την ελληνική κοινωνία σε έρευνες οι οποίες έχουν δει το φως της δημοσιότητας, σαν ένα από τα πιο σημαντικά ζητήματα που απασχολούν την ελληνική κοινωνία, θέλω να μιλήσω με στοιχεία.
Καλύφθηκα ασφαλώς σε πάρα πολλά σημεία από τους συναδέλφους, οι οποίοι μίλησαν πριν από μένα. Θέλω όμως να πω, διότι κατά καιρούς ο καθ' ύλην αρμόδιος Υπουργός ο κ. Χρυσοχοΐδης διακηρύσσει σε όλους τους τόνους και προς όλες τις κατευθύνσεις ότι η εγκληματικότητα στην Ελλάδα μειώνεται σταθερά, σταδιακά και έχει κατιούσα τάση, ότι από στοιχεία τα οποία έχουμε κυρίως από το Υπουργείο Δημόσιας Τάξης αλλά και από επίσημες διεθνείς οργανώσεις και από την Ευρωπαϊκή Ένωση, προκύπτει ότι ο συνήθης όγκος βεβαιωμένης από την Αστυνομία συνολικής εγκληματικότητας ετησίως, δηλαδή πλημμελήματα και κακουργήματα, σημειώνει, κύριε Πρόεδρε και κύριοι συνάδελφοι, τις τελευταίες δύο δεκαετίες ελαφριά ανοδική τάση.
Χαρακτηριστικά, από διακόσιες ενενήντα πέντε χιλιάδες περιπτώσεις το 1980 σε τριακόσιες τριάντα χιλιάδες οκτακόσιες τρία το 1990 και σε τριακόσιες εβδομήντα τρεις χιλιάδες εξακόσιες ογδόντα περιπτώσεις το 1999.
Εάν επικεντρωθεί το ενδιαφέρον μας στα κακουργήματα, για να δούμε ποια στοιχεία επικαλείται ο κύριος Υπουργός, τότε η αύξηση είναι ακόμα εντονότερη. Από χίλιες σαράντα δύο το 1980 σε τέσσερις χιλιάδες εξακόσιες ενενήντα το 1990 και σε τέσσερις χιλιάδες εννιακόσια ενενήντα τρεις το 1999.
Θέλω να σας πω το εξής: Το πιο επικίνδυνο, το πιο ζοφερό και το πιο επώδυνο στοιχείο το οποίο προκύπτει από την έρευνα, αλλά και τη μελέτη αυτών των στατιστικών, είναι ότι τα τελευταία χρόνια όλο και περισσότερα άτομα νεαρής ηλικίας και ειδικότερα μεταξύ δεκατρείς έως είκοσι εννέα ετών γίνονται δράστες εγκλημάτων. ?ρα, το ποσοστό το οποίο προκύπτει, είναι από το 35,5% του συνολικού αριθμού των δραστών το 1980, φθάσαμε στο 45,46% το 1999. Εννοούμε δράστες αυτών των ηλικιών.
Τώρα, να δούμε λίγο την ποιότητα όσον αφορά στην εγκληματικότητα των εγκλημάτων που παρουσιάζονται τα τελευταία χρόνια. Έχουμε διαφοροποιήσεις και αυτό είναι το ανησυχητικό, στο οποίο παγερά αδιαφορεί το καθ' ύλην αρμόδιο Υπουργείο.
Κατ' αρχάς έχουμε έξαρση σε τρεις κατηγορίες εγκλημάτων: Η πρώτη κατηγορία εγκλημάτων αφορά στα εγκλήματα βίας. Η δεύτερη κατηγορία αφορά στα οργανωμένα εγκλήματα. Η τρίτη κατηγορία αφορά στο οικονομικό έγκλημα.
Πού οφείλεται αυτή η αύξηση της εγκληματικότητας; Η αύξηση της εγκληματικότητας οφείλεται κυρίως σε τρεις παράγοντες, τους λεγόμενους δομικούς, μέσα στους οποίους εντάσσονται πρωτίστως η μεγάλη συσσώρευση πληθυσμού στα αστικά κέντρα και κατά δεύτερο λόγο η αυξανόμενη ανεργία, γιατί έχουμε πάνω από εξακόσιες χιλιάδες ανέργους. ?ρα, λοιπόν, στα μεγάλα αστικά κέντρα με τον άτυπο κοινωνικό έλεγχο, ο οποίος δεν μπορεί να επιτευχθεί σε σχέση με την ανεργία, αντιλαμβάνεσθε τι γίνεται. Ο δεύτερος παράγοντας είναι το άκριτο κύμα αλλοδαπών μετά την πτώση του υπαρκτού σοσιαλισμού και η εισροή τους στη χώρα μας. Ο τρίτος παράγοντας, μη δομικός, είναι η τηλεόραση με τις σκηνές βίας, με τις συρράξεις στα δελτία ειδήσεων, όπου, παρ' ότι υπάρχει κοινοτική οδηγία, δεν εφαρμόζεται στον τόπο μας.
Βεβαίως αναφέρομαι στο σημαντικότερο κομμάτι, στους λειτουργικούς παράγοντες, μέσα στους οποίους εντάσσονται οι φορείς εκείνοι οι οποίοι έχουν ως αποστολή τους τη δίωξη ή γενικότερα την αντιμετώπιση του εγκλήματος, δηλαδή η Αστυνομία, διότι κατά κόρον ακούστηκε σχόλιο για τα Σώματα Ασφαλείας. Θέλω να πω ότι δεν είναι μόνο η Αστυνομία εκείνη η οποία επιφορτίζεται -βεβαίως είναι η αιχμή του δόρατος- με την αντιμετώπιση και την καταπολέμηση του εγκλήματος. Είναι η Αστυνομία, είναι οι Εισαγγελικές Αρχές, είναι οι Δικαστικές Αρχές, είναι οι Σωφρονιστικές Αρχές.
Εάν δεν υπάρξει, λοιπόν, μία σφαιρική αντιμετώπιση, ένας συντονισμός όλων αυτών των φορέων οι οποίοι επιτελούν την πρόληψη, αλλά κυρίως την καταστολή, δεν μπορούμε να έχουμε αποτέλεσμα σε σχέση με τα όργανα των Σωμάτων Ασφαλείας.
Κύριε Πρόεδρε, κύριοι συνάδελφοι, είναι αδιανόητο να επιχειρούμε κατ' αρχήν πρόληψη, η οποία είναι σε άλλο επίπεδο -επιφυλάσσομαι στη δευτερολογία μου να πω δύο πράγματα, γιατί ο χρόνος είναι πολύ περιορισμένος- αλλά και καταστολή που τους αφορά. Θέλω να πω ότι δεν είναι δυνατόν σε επίπεδο διωκτικών αρχών να μην επιχειρούμε ακόμα, παρά τα όσα εξαγγέλλονται, τη βελτίωση της εκπαίδευσης και του εξοπλισμού των Σωμάτων Ασφαλείας και την απαλλαγή των αστυνομικών από άλλα εξωαστυνομικά καθήκοντα. Δεν είναι δυνατόν ο αστυνομικός να ασχολείται με την επίδοση δικογράφων. Δεν είναι δυνατόν ο αστυνομικός να αποτελεί το όχημα εκείνο μέσα στο οποίο εξαντλούνται οι κομματικές εμπάθειες των κυβερνήσεων εις βάρος των αστυνομικών. Δεν είναι δυνατόν να μην επικρατούν αξιοκρατικά κριτήρια κατά τις μεταθέσεις, την προαγωγή τους και την εξασφάλισή σε αυτούς ενός επιπέδου αξιοπρεπούς διαβίωσης.
Τελειώνοντας θέλω να πω το εξής: Έχει επιστολή στα χέρια του το Υπουργείο, η οποία έχει προέλθει από την Ένωση Αστυνομικών Υπαλλήλων σε σχέση με το ν.2838/2000 και την ημερομηνία 1.7.2000, η οποία αφορά βεβαίως τους αξιωματικούς για να επεκταθεί και στο υπόλοιπο προσωπικό, όπου ίσχυε η ημερομηνία 1.1.2001. Κωφεύετε! Ήρθε προχθές νομοσχέδιο. Δεν έχει γίνει τίποτα. Εμπράκτως θα αποδείξετε.
Κύριε Πρόεδρε, θέλω να επισημάνω ότι εκπροσωπείται βεβαίως κοινοβουλευτικά νομίμως και προσηκόντως η Κυβέρνηση, θεωρώ όμως ότι η παρουσία του κ. Χρυσοχοΐδη θα ήταν επιβαλλόμενη, διότι διαφορετικά έχω την αίσθηση ότι μάλλον περιφρονεί τις θέσεις της Νέας Δημοκρατίας σε σχέση με τα μείζονα αυτά ζητήματα.
Ευχαριστώ.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΗ ΞΒ' Τρίτη, 8 Ιανουαρίου 2002

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΗ ΞΒ'
Τρίτη, 8 Ιανουαρίου 2002

Θα συζητηθεί το νομοσχέδιο του Υπουργείου Εθνικής Aμυνας "Οργανωτικά θέματα του Υπουργείου Εθνικής Αμυνας, ρυθμίσεις προσωπικού των Ενόπλων Δυνάμεων και άλλες διατάξεις".

ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗ ΠΑΠΑΚΩΣΤΑ-ΣΙΔΗΡΟΠΟΥΛΟΥ: Κύριε Πρόεδρε, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, θέλω και εγώ με τη σειρά μου να ευχηθώ "καλή χρονιά" για τον τόπο και για τους Έλληνες και για τις Ελληνίδες και βεβαίως εποικοδομητικό κοινοβουλευτικό έργο για όλους μας.
Σήμερα συζητούμε, κύριε Πρόεδρε, το νέο σχέδιο νόμου, το οποίο έχει φέρει η Κυβέρνηση και ειδικότερα το Υπουργείο Εθνικής ?μυνας σε σχέση με ζητήματα τα οποία αφορούν οργανωτικά θέματα του ΥΕΘΑ, ρυθμίσεις προσωπικού των Ενόπλων Δυνάμεων και άλλες διατάξεις, έτσι όπως τουλάχιστον τιτλοφορείται. Και εκείνο το οποίο θα ήθελα, κύριε Πρόεδρε, να επισημάνω στον κύριο Υπουργό, στους κυρίους Υφυπουργούς -δύο των αριθμό- και στους συμβούλους οι οποίοι παρίστανται είναι ότι, αν μη τι άλλο, τουλάχιστον αυτό το νομοσχέδιο το οποίο έρχεται με το φως του 2002 θα έπρεπε να διακρίνεται από περισσότερη προσοχή, μεγαλύτερη υπευθυνότητα και λιγότερη προχειρότητα. Και γιατί το λέω αυτό, κύριε Πρόεδρε, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι; Διότι πάρα πολύ απλά ο κύριος Υπουργός, αν μη τι άλλο, αν ο ίδιος βεβαίως δεν έχει φέρει το συγκεκριμένο σχέδιο νόμου, αλλά το βρήκε έτοιμο από τον προκάτοχό του, ασφαλώς και δεν το γνωρίζει. Φαντάζομαι, όμως, ότι οι σύμβουλοί του θα έπρεπε να τον ενημερώσουν. Δεν γνωρίζει ότι οι διατάξεις τις οποίες καλούμεθα σήμερα να επαναρυθμίσουμε σπασμωδικά, με ασάφεια, με αντικρουόμενες διατάξεις, είναι εκείνες οι οποίες είχαν κληθεί πάλι και είχαν έλθει στη Βουλή για να ρυθμιστούν από το Κοινοβουλευτικό μας Σώμα για τα ίδια ακριβώς ζητήματα μόλις πριν από ένα χρόνο; Εάν, λοιπόν, με αυτήν τη λογική νομοθετούμε, εάν λοιπόν με αυτόν τον τρόπο φέρνουμε στη Βουλή των Ελλήνων σχέδια νόμου για να νομοθετήσουμε σε κρίσιμα ζητήματα -όπως τουλάχιστον μας είπε ο εισηγητής και όπως φαντάζομαι θα αναφερθεί στη συνέχεια και ο κύριος Υπουργός- τότε έχω την αίσθηση, και την εντύπωση κύριε Πρόεδρε, ότι αν μη τι άλλο λοιδορούμε και υποτιμούμε εαυτούς και αλλήλους.
Πολύ πιο συγκεκριμένα, κύριε Πρόεδρε, θα ήθελα να θέσω το εξής ερώτημα στον κύριο Υπουργό και στους καθ' ύλην αρμοδίους Υφυπουργούς. Μας αναφέρει μέσα το σχέδιο νόμου και ειδικότερα στο άρθρο 1 το θέμα της Παλλαϊκής ?μυνας. Θα ήθελα πολύ συγκεκριμένα να αναφερθεί στη Βουλή των Ελλήνων με το σεβασμό που της προσήκει και της αρμόζει, ποια μέσα, ποια υποδομή, ποια τμήματα και πόσα έχουν συγκροτηθεί μέχρι σήμερα, τι ακριβώς έχει λειτουργήσει στον τομέα αυτόν και αν πράγματι αποτελεί ένα συγκροτημένο όργανο που παράγει αποτελέσματα ή μήπως -όπως εμείς έχουμε έγκυρη πληροφόρηση- αποτελεί πραγματικά μία απόφαση ακόμα εντυπωσιασμού, η οποία είχε έλθει στη Βουλή για να δημιουργήσει όλες εκείνες τις εντυπώσεις τις οποίες δημιούργησε, χωρίς όμως χειροπιαστά αποτελέσματα.
Επί της ουσίας. Το σχέδιο νόμου, κύριε Πρόεδρε, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, κυρίως εστιάζει την προσοχή του στα εξής δύο, κατά την άποψή μου -έτσι όπως το μελέτησα- βασικά ζητήματα.
Το ένα βασικό θέμα είναι η ανάθεση στον Α/Γ.Ε.ΕΘ.Α, στον Αρχηγό του Γενικού Επιτελείου Εθνικής ?μυνας, της διοίκησης και κατά συνέπεια της ευθύνης για την αμυντική θωράκιση της χώρας με τέτοιον τρόπο, ώστε να μπορούν οι Ένοπλες Δυνάμεις να χειρισθούν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο σε περίοδο πολέμου κρίσεις αλλά και σε περίοδο ειρήνης να έχουν την ετοιμότητα και το ενιαίο του συνόλου έτσι ώστε να μπορούν να ανταποκριθούν. Και αναρωτιέται κανείς πώς, με ποια λογική, με ποιο σκεπτικό, κύριε Πρόεδρε, ήλθε η σχετική αυτή διάταξη εδώ, όταν ένας απλός στρατιώτης γνωρίζει σήμερα ότι, παραδείγματος χάρη, για κάθε στρατιώτη, για κάθε αξιωματικό, για κάθε στρατιωτικό σύνολο, για κάθε τμήμα πρέπει να υπάρχει ένας διοικητής, ο οποίος βεβαίως και δέχεται πολλές εισηγήσεις, βεβαίως ακούει και συνεκτιμά μαζί με τους συνεργάτες του, όμως στο τέλος είναι εκείνος ο ένας ο οποίος αποφασίζει, είναι εκείνος ο ένας στον οποίον αναφέρεται κανείς και είναι εκείνος ο ένας ο οποίος αναλαμβάνει και την ευθύνη.
Εάν, λοιπόν, ο κύριος Υπουργός με τη διάταξη αυτή, εμμέσως πλην σαφώς, υπονοεί, κύριε Πρόεδρε, ότι δεν εμπιστεύεται κανέναν από τους μέχρι σήμερα καταρτισθέντες αξιωματικούς και αν εμπλέκει τον εαυτό του σε αυτήν τη λογική και σε αυτήν τη διαδικασία, να μας το πει, διότι τελικά η διάταξη έτσι όπως έρχεται, σαφέστατα αυτό το πράγμα μεταφράζει, αυτό το πράγμα εκφράζει, αυτό το πράγμα προτείνει. Δηλαδή τι πράγμα; Ότι κανέναν αξιωματικό ο κύριος Υπουργός δεν θεωρεί -το Υπουργείο γενικότερα- ότι είναι ικανός να επιληφθεί και να αναλάβει τα καθήκοντα τα οποία του έχουν ανατεθεί από το Σύνταγμα και τους νόμους της χώρας και από το καθήκον του να υπηρετήσει την πατρίδα και, κατά συνέπεια, θεωρεί ότι εκείνος τον οποίο θα επιλέξει, με διαδικασίες τις οποίες δεν μας λέει, με αρμοδιότητες τις οποίες δεν μας διευκρινίζει, θα είναι εκείνος -εμπλέκοντας και τον εαυτό του- που θα λύσει τα οργανωτικά ζητήματα του Υπουργείου Ενόπλων Δυνάμεων.
Το δεύτερο σημαντικό θέμα, κατά την άποψή μου, είναι ο συντονισμός και η διεύθυνση των δραστηριοτήτων που το Υπουργείο Εθνικής ?μυνας κατά καιρούς, κύριε Πρόεδρε, έχει αναλάβει να διεκπεραιώνει με φορείς, οι οποίοι είναι πέρα και έξω από τα όργανα της δομής των Γενικών Επιτελείων. Αναφέρομαι βεβαίως στο ΕΠΥΕΘΑ, αναφέρομαι στη Γενική Διεύθυνση της Αμυντικής Βιομηχανίας Έρευνας και Τεχνολογίας, στα οποία βεβαίως έρχεται να προστεθεί και η Γενική Γραμματεία, η οποία αν μη τι άλλο, έρχεται να προσθέσει στην προχειρότητα, στην ανευθυνότητα και στο έωλο των πολιτικών αποφάσεων, οι οποίες λαμβάνονται κατά καιρούς.
Εν πάση περιπτώσει, θα ήθελα να μας πει ο κύριος Υπουργός τι χρεία έχουμε Γενικού Γραμματέα στο Υπουργείο Εθνικής ?μυνας, την ώρα που υπάρχει ο Υπουργός, υπάρχουν οι Υφυπουργοί, υπάρχει δηλαδή Κυβέρνηση η οποία είναι η πολιτική ηγεσία του Υπουργείου και κατά συνέπεια υπάρχει η συνέχεια της Κυβέρνησης, υπάρχει ο δημοκρατικός ρόλος της Κυβέρνησης, υπάρχει ανάληψη ευθυνών, υπάρχει πρωτοβουλία.
Κατά συνέπεια αναρωτιόμαστε όλοι, μήπως τακτοποιούμε "ημετέρους", μήπως τακτοποιούμε δικούς μας ανθρώπους με παχυλότατες αμοιβές, κύριε Πρόεδρε, οι οποίες επιβαρύνουν ακόμη περισσότερο τον δυσβάστακτα φορολογούμενο Έλληνα πολίτη, ο οποίος βλέπει απέναντί του ένα κράτος ανάλγητο, ένα κράτος αναποτελεσματικό, ένα κράτος ανοχύρωτο, ένα κράτος το οποίο του ζητά διαρκώς να δίνει χωρίς να ανταποδίδει;
Δεν έχει λοιπόν τον ανταποδοτικό χαρακτήρα, σε κοινωνικό τουλάχιστον επίπεδο και βεβαίως αυτό το διαπιστώνουμε και στο σημερινό σχέδιο νόμου.
Κατόπιν λοιπόν όλων αυτών των ζητημάτων, κύριε Πρόεδρε, εγώ προσωπικά δεν μπορώ να υπερψηφίσω το σχέδιο νόμου το οποίο μας φέρνει η Κυβέρνηση, για όλους τους λόγους τους οποίους παραπάνω εξέθεσα. Το μόνο που θα ήθελα να σας πω είναι ότι πράγματι, οι διατάξεις οι οποίες αφορούν το προσωπικό των Ενόπλων Δυνάμεων, είναι ένα θέμα το οποίο μας ευαισθητοποιεί ιδιαίτερα και στο οποίο θα είμαστε θετικοί, εγώ τουλάχιστον προσωπικά. Βεβαίως, αναφέρομαι συγκεκριμένα στην παράγραφο 1 του άρθρου 6, στις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 7, με επιφυλάξεις και κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις, στις παραγράφους 3 και 5 του άρθρου 8, στο άρθρο 9, καθώς επίσης και στο άρθρο 10.
( Στο σημείο αυτό την Προεδρική Έδρα καταλαμβάνει ο Γ΄ Αντιπρόεδρος της Βουλής κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΒΡΕΤΤΟΣ )
Τελειώνοντας λοιπόν, κύριε Πρόεδρε, θα ήθελα να πω ότι περιμένω από το νέο Υπουργό και το νέο υπουργικό σχήμα του Υπουργείου Εθνικής ?μυνας να είναι πιο σοβαρό, πιο υπεύθυνο και πιο συγκροτημένο, τουλάχιστον από πλευράς επιχειρηματολογίας, προτάσεως προς τη Βουλή των Ελλήνων, όταν φέρνει σχέδια νόμου με τα οποία ρυθμίζεται η αμυντική ικανότητα της χώρας, καθώς επίσης και οι διαδικασίες που αφορούν το προσωπικό των Ενόπλων Δυνάμεων.
Σας ευχαριστώ.
(Χειροκροτήματα από την πτέρυγα της Νέας Δημοκρατίας)

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΗ ΞΔ Πέμπτη, 10 Ιανουαρίου 2002

Πέμπτη, 10 Ιανουαρίου 2002
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΗ ΞΔ΄

Συνέχιση της συζήτησης των άρθρων και του συνόλου του σχεδίου νόμου "Οργανωτικά θέματα Υπουργείου Εθνικής Αμυνας, ρυθμίσεις προσωπικού των Ενόπλων Δυνάμεων και άλλες διατάξεις".


ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗ ΠΑΠΑΚΩΣΤΑ-ΣΙΔΗΡΟΠΟΥΛΟΥ: Κυρία Πρόεδρε, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, σε σχέση με τη συζήτηση που κάνουμε από το άρθρο 5 μέχρι και το τέλος του σχεδίου νόμου έχω να παρατηρήσω τα εξής: Ακούστηκε από συναδέλφους προηγουμένως το θέμα της αξιοποίησης των πόρων του ΤΕΘΑ, του Ταμείου Εθνικής ?μυνας. Ασφαλώς είναι μια διάταξη η οποία κινείται στην ορθή κατεύθυνση. Θα συμφωνήσω απολύτως επειδή γνωρίζω σε προσωπικό επίπεδο τη θέση που εξέφρασε ο επίτιμος Πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας ο κ. Μητσοτάκης σε σχέση με την παρέμβαση που έκανε με τα στελέχη των Ενόπλων Δυνάμεων, είναι το ορθότερο το οποίο επιβάλλεται να γίνει.
Διότι, ούτως ή άλλως, οι στρατευμένοι μας και αυτοί οι οποίοι πρέπει να στρατευθούν ασφαλώς και ανήκουν στην αρμοδιότητα και στη δικαιοδοσία του κράτους, για να τους παρέχει όλα εκείνα τα οποία επιβάλλεται να τους παρέχει η επίσημη πολιτεία κατά τη διάρκεια της θητείας τους προς τη μητέρα πατρίδα.
Θέλω, όμως, να αποκαταστήσω μία αδικία η οποία έγινε, ίσως από έλλειψη πληροφόρησης, σε σχέση με τους πόρους του ΤΕΘΑ. Ελέχθη προηγουμένως από την Κοινοβουλευτική Εκπρόσωπο του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας ότι οι χώροι του ΤΕΘΑ αποτελούν κυρίως περιουσία του δημοσίου. Θέλω να πω ότι εδώ υπάρχει η εξής ιδιαιτερότητα: Οι πόροι αυτοί δεν προέρχονται μόνο από αναγκαστικές απαλλοτριώσεις. Προέρχονται από κληροδοτήματα, προέρχονται από δωρεές, προέρχονται από εκποιήσεις στρατοπέδων, όπως για παράδειγμα το στρατόπεδο στη Θεσσαλονίκη που εκποιήθηκε για την Εγνατία Οδό. Αυτά θα πρέπει να ληφθούν υπόψη και ήθελα απλώς να βάλω τα πράγματα στη θέση τους.
Όσον αφορά το άρθρο 6, συμφωνούμε.
Στο άρθρο 7 μου κάνει εντύπωση πως απαιτείται για την απόληψη της συντάξεως του ανωτέρου βαθμού η υποβολή της αιτήσεως. Οι στρατιωτικές υπηρεσίες, κυρία Πρόεδρε, γνωρίζουν ποιοι δικαιούνται την προαγωγή και μπορούν να απονέμουν τους βαθμούς χωρίς αιτήσεις. Ήθελα δηλαδή να πω ότι μόνο για την απόληψη της συντάξεως θα πρέπει να απαιτείται η αίτηση και όχι για την τιμητική προαγωγή.
Στο άρθρο 8, η διάταξη είναι σωστή. Γεννιέται όμως το εξής εύλογο ερώτημα: Είναι δυνατόν να χρειάζεται να γίνει ανάκληση, για να τύχουν τα εν αποστρατεία στελέχη της απαιτούμενης περίθαλψης και να μην έχουν την ίδια περίθαλψη που έχουν και τα εν ενεργεία στελέχη; Δείχνει, λοιπόν, αυτό, κυρία Πρόεδρε και κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, ότι σαφώς το κράτος δεν δείχνει την επιβαλλόμενη μέριμνα η οποία απαιτείται για τα στελέχη μετά την αποστρατεία τους.
Και είναι εύλογο το παράπονο το οποίο προκύπτει από κει και πέρα, ότι, αφού τους χρησιμοποιήσουν, αφού τους στύψουν σαν λεμονόκουπες, τους πετούν στη συνέχεια. Και βεβαίως, δημιουργεί εύλογα και τα αντίστοιχα αισθήματα -με όλες τις δυσμενείς συνέπειες που αυτό συνεπάγεται- για το ηθικό των εν ενεργεία στελεχών, γνωρίζοντας ποια θα είναι η αντιμετώπιση και η συμπεριφορά του κράτους στο ευαίσθητο θέμα της περίθαλψής τους.
Η παράγραφος 3 του άρθρου 8 είναι γενικά ορθή. Θέλω να κάνω μόνο μια παρατήρηση: Το θέμα είναι πολύ ευρύτερο απ' αυτό το οποίο περιγράφεται και βεβαίως αφορά στο δικαίωμα παραίτησης όλων των μονίμων στελεχών, σύμφωνα με τις επιθυμίες τους, αλλά χωρίς να γίνεται η εκμετάλλευση του κράτους. Γενικά, όσον αφορά τις Ένοπλες Δυνάμεις τουλάχιστον, υπάρχει μια ιδιαιτερότητα όσον αφορά τις υπηρεσίες οι οποίες προσφέρονται από τα στελέχη τα οποία επιθυμούν να τις προσφέρουν. Κανένας δεν πρέπει να διατηρείται στην υπηρεσία αν δεν το επιθυμεί.
Στην παράγραφο 4 του ίδιου άρθρου σχετικά με το χρόνο διοίκησης, θεωρώ ότι το θέμα της απόκτησης του τυπικού προσόντος του χρόνου διοίκησης είναι πολύ σοβαρότερο. Αφορά και πολλές θέσεις στο εσωτερικό των Ενόπλων Δυνάμεων και γενικότερα απαιτεί γενική επανεξέταση.
Ασφαλώς συμμερίζομαι τις απόψεις οι οποίες εκφράστηκαν από το σύνολο των συναδέλφων, θα πρέπει όμως να λάβουμε υπόψη το εξής: Η θεώρηση ως ισάξιων των θέσεων αυτών, των διοικητών δηλαδή των στρατιωτικών μονάδων με τις θέσεις τις οποίες αναφέραμε, δημιουργεί εύλογα παράπονα σε πάρα πολλούς αξιωματικούς οι οποίοι δεν έχουν τη δυνατότητα -ας το εκφράσω έτσι- να υπηρετήσουν κάποια στιγμή στην ΕΥΠ. Κατά συνέπεια, υπάρχει ένα σοβαρό ενδεχόμενο, να προκαλέσει την αγανάκτηση των αξιωματικών εκείνων -οι οποίοι είναι οι περισσότεροι- οι οποίοι πράγματι υποφέρουν για το χρόνο άσκησης διοίκησης σε μονάδες.
Κατά την άποψή μου, θα έπρεπε να έλθει από τον Υπουργό Εθνικής ?μυνας ένα ξεχωριστό σχέδιο νόμου για τις θέσεις αυτές, για να γνωρίζουμε εμείς πώς και πόσοι θα συμμετέχουν σ' αυτήν τη διαδικασία.
Για την παράγραφο του άρθρου 5 σχετικά με τη μείωση του χρόνου της θητείας των οπλιτών οι οποίοι προέρχονται από χώρες του πρώην ανατολικού συνασπισμού ή την Τουρκία, θα ήθελα να μας δικαιολογήσει πειστικά ο καθ' ύλην αρμόδιος Υπουργός την εξυπηρέτηση της εθνικής σκοπιμότητας με τη μείωση της θητείας η οποία επιχειρείται μέσω του άρθρου αυτού και της συγκεκριμένης παραγράφου 5. Θα ήθελα να ξέρουμε τι ακριβώς εννοεί όταν αναφέρεται στην εξυπηρέτηση της εθνικής σκοπιμότητας.
Όσον αφορά το άρθρο 9, κατά την άποψή μου, οι διατάξεις είναι γενικά ορθές, όπως επισημάνθηκε απ' όλες τις πλευρές, φαντάζομαι. 'Oμως το αδύναμο σημείο, η "αχίλλειος πτέρνα" της διάταξης της παραγράφου 7 είναι, αν θέλετε, το αν και κατά πόσον θα υπάρξει εφαρμογή διαφανών αξιοκρατικών και ρεαλιστικών κριτηρίων για την έγκριση της ανάκλησης, ώστε να μην επανέλθουν αξιωματικοί οι οποίοι δεν έχουν τις δυνατότητες, τις οποίες όλοι επιθυμούμε να έχουν, με την αξιοποίηση πολιτικών ή άλλων παρεμβάσεων. Δηλαδή θα πρέπει να μπει ως προϋπόθεση, ως κριτήριο αυτό για την εφαρμογή του συγκεκριμένου άρθρου. ?λλως πως υπάρχει ο κίνδυνος κάθε φορά να δημιουργείται αυτή η εύλογη πικρία στους αξιωματικούς και στα στελέχη των Ενόπλων Δυνάμεων, αν δεν αποσαφηνιστεί αυτού του είδους η θέση.
Στο άρθρο 10, στην παράγραφο 1, εκεί που λέει "αξιωματικοί νεότεροι του αποβιώσαντος", η λέξη "νεότεροι" πρέπει να είναι λανθασμένη, πρέπει εκ παραδρομής να έχει τεθεί εκεί. Η σωστή λέξη είναι "αρχαιότεροι". Κατά τα λοιπά οι διατάξεις θεωρούνται ορθές και πρέπει να γίνουν δεκτές.
Όσον αφορά το άρθρο 11, καλώς γίνεται η κατάργηση των αναφερομένων διατάξεων.
Κυρία Πρόεδρε, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, αυτές είναι οι παρατηρήσεις τις οποίες έχω να κάνω σ' αυτήν την ενότητα των άρθρων και θεωρώ ότι με τις παρατηρήσεις τις οποίες έκαναν όλοι οι συνάδελφοι απ' όλες τις πτέρυγες της Βουλής, αυτό το νομοσχέδιο θα εξυπηρετήσει τις πραγματικές ανάγκες θωράκισης της αμυντικής ικανότητας της χώρας αλλά και των στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων.
Ευχαριστώ.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΗ ΞΓ' Τετάρτη, 9 Ιανουαρίου 2002

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΗ ΞΓ'
Τετάρτη, 9 Ιανουαρίου 2002

Συνέχιση της συζήτησης επί των άρθρων και του συνόλου του σχεδίου νόμου του Υπουργείου Εθνικής ?μυνας: "Οργανωτικά θέματα του Υπουργείου Εθνικής Aμυνας, ρυθμίσεις προσωπικού των Ενόπλων Δυνάμεων και άλλες διατάξεις".

ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗ ΠΑΠΑΚΩΣΤΑ ΣΙΔΗΡΟΠΟΥΛΟΥ: Κύριε Πρόεδρε, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, στις επιμέρους παρατηρήσεις και σχολιασμούς στην κατ' άρθρον συζήτηση, θέλω να πω τα εξής.
Στο άρθρο 1 παράγραφος 1 προτείνω να μη γίνει δεκτή η συγκεκριμένη παράγραφος, όσον αφορά την Παλλαϊκή Aμυνα, με δεδομένο και την τοποθέτηση την οποία έκανα χθες επί της αρχής ότι ο Υπουργός δεν έδωσε μέχρι σήμερα καμιά απάντηση στο ζήτημα και βάσει των πληροφοριών τις οποίες έχουμε, δηλαδή πόσα και ποια τμήματα έχουν συγκροτηθεί μέχρι τώρα, ποιοι και πόσοι έχουν εκπαιδευτεί και είναι έτοιμοι να αναλάβουν οποιασδήποτε μορφής αποστολή και κατά συνέπεια είναι γράμμα κενό, άνευ περιεχομένου.
Κατά συνέπεια η διατύπωση της προτεινόμενη για αντικατάσταση παραγράφου 4 του άρθρου 1 του ν. 2292/95 είναι ορθή και είναι επαρκής.
Τώρα, οι παρατηρήσεις μου στην παράγραφο 4 -πηγαίνω κατευθείαν γιατί καλύφθηκα από τους προλαλήσαντες συναδέλφους- του άρθρου 2. Εδώ θέλω να πω το εξής. Για τις Ένοπλες Δυνάμεις, κύριε Πρόεδρε, ο όρος "προΐσταται" εμπεριέχει και την έννοια της διοίκησης. Κατά συνέπεια, λοιπόν, η αναφορά, ο όρος "προΐσταται" ο ΥΕΘΑ των Ενόπλων Δυνάμεων και ασκεί τη διοίκηση, μόνο σύγχυση προκαλεί. Κατά συνέπεια, λοιπόν, ο έλεγχος εμπεριέχει και τη διοίκηση. Απορώ πώς είναι δυνατό άνθρωποι, οι οποίοι υποτίθεται ότι είναι καθ' ύλην αρμόδιοι περιπίπτουν σε τέτοιου είδους πλεονασμούς ή δείχνουν ότι δεν υπάρχει γνώση της στρατιωτικής ορολογίας. Η απάλειψη της παραγράφου 2 του άρθρου 5 του ν.2292/95 δεν διαφοροποιεί την ουσία της διάταξης. Η παράγραφος αυτή απλώς ήταν λάθος ήδη από το νόμο γιατί η επιχειρησιακή διοίκηση εμπεριέχεται στη διοίκηση. Τώρα αν οι συντάκτες του συγκεκριμένου σχεδίου νόμου με την απάλειψη της παραγράφου εννοούν ότι ο Υπουργός Εθνικής ΄Αμυνας δεν θα ασκεί επιχειρησιακή διοίκηση ή επιχειρησιακό έλεγχο των Ενόπλων Δυνάμεων, τότε αυτό είναι λάθος, δεν κινείται προς τη σωστή κατεύθυνση. Ο Υπουργός Εθνικής ΄Αμυνας, σαν εκπρόσωπος της Κυβέρνησης, δεν είναι δυνατόν, κύριε Πρόεδρε και κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, να μη διοικεί και να μην ελέγχει τις Ένοπλες Δυνάμεις στη διεξαγωγή των επιχειρήσεων, όποιες επιχειρήσεις και αν είναι αυτές. Αν συμβεί αυτό, τότε ο Α/ΓΕΕΘΑ και οι αρχηγοί των κλάδων θα αναφέρονται και θα ελέγχονται από το ΚΥΣΕΑ. Ας μας πει η Κυβέρνηση, ας μας πει το Υπουργείο Εθνικής ?μυνας αν είναι η πρόθεσή του να συμβεί αυτό, να μας το ξεκαθαρίσει.
Τώρα, στην παράγραφο 6. Σαφέστατα ο όρος "διακλαδικών μονάδων" είναι λάθος και πρέπει να απαλειφθεί. Προφανώς εννοεί διακλαδικές διοικήσεις και στρατηγεία. Στον ν. 2292, τον προϋπάρχοντα, οι μονάδες με προσωπικό από δύο ή περισσότερους κλάδους, κύριε Πρόεδρε, αναφέρονται σαν μεικτές. Αν εννοούνται αυτές, τότε μπορεί να συμπληρωθεί η παράγραφος με τις λέξεις "διακλαδικών διοικήσεων και στρατηγείων". Η παράλειψή τους από τη νομική όμως αυτή διάταξη δείχνει, κύριε Πρόεδρε, ότι άλλοι εκείνοι, οι οποίοι προέβησαν σε ανάλυση, πράγμα που δείχνει και την προχειρότητα του νομοσχεδίου σας, κύριε Υπουργέ.
Τώρα θέλω να κάνω μια γενική παρατήρηση, κύριε Πρόεδρε και κύριοι συνάδελφοι, για το άρθρο 2. Είναι προφανέστατο και πασιφανέστατο ότι με τις αποσπασματικές παρεμβάσεις που γίνονται με το συγκεκριμένο σχέδιο νόμου, πολλά θέματα και κυρίως εξουσίες, αρμοδιότητες, δικαιώματα, αλλά και ευθύνες στα ανώτατα κλιμάκια της ιεραρχίας των Ενόπλων Δυνάμεων και ενδεχομένως και στα κατώτερα δεν αποσαφηνίζονται, δεν διευκρινίζονται. Και γνωρίζετε κάλλιστα ότι στις Ένοπλες Δυνάμεις αυτό είναι στοιχείο εκ των ουκ άνευ, sine qua non. Προτείνεται, λοιπόν, να μη γίνει δεκτό συνολικά και να αναδιατυπωθεί, να συμπληρωθεί και να επανυποβληθεί στη Βουλή για ψήφιση, αφού θα έχουν καθοριστεί προηγουμένως τα μεγάλα διακλαδικά στρατηγεία.
Και γιατί τα λέω αυτά. Εξηγούμαι: Κατ' αρχάς στο άρθρο 2, παράγραφος 1. Στρατιωτική ορολογία δεν εμπεριέχει τον όρο "γνωματεύσεις". Ο όρος "γνωματεύσεις" είναι αδόκιμος για στρατιωτικά σχέδια, αυτό είναι σαφέστατο και δείχνει άγνοια. Στην προκειμένη περίπτωση είναι ο πιο επιεικής όρος τον οποίο μπορεί να χρησιμοποιήσει κανείς τόσο της στρατιωτικής δεοντολογίας όσο και της ορολογίας.
Το γενικό σχέδιο τώρα της άμυνας της χώρας, το περίφημο ΓΕΘΑ συντάσσεται από τον Αρχηγό ΓΕΕΘΑ και εγκρίνεται από το ΣΑΓΕ. Το να κάνει τώρα γνωματεύσεις ένα όργανο για τα θέματα, τα οποία το ίδιο ενέκρινε, μάλλον παραλογισμό εμφανίζεται να ενποιεί στη συγκεκριμένη περίπτωση. Το ΣΑΓΕ μπορεί να διαφοροποιεί και να αλλάζει τα σχέδια. Επίσης αδόκιμος είναι και ο όρος των "γενικών σχεδίων" που απορρέουν από αυτό που εμπεριέχεται στη συγκεκριμένη παράγραφο, διότι δεν μπορεί να υπάρχουν πολλά σχέδια από τα οποία να απορρέει το ένα από το άλλο. Αυτό είναι αδιανόητο.
Η γενικότερη παρατήρηση πάνω στην παράγραφο αυτή: Είναι παράδοξο πράγματι το ότι σύμφωνα με το ν. 2292/95 άρθρο 11, παράγραφος 8α΄, το βασικότερο σχέδιο άμυνας της χώρας, το οποίο άλλωστε δεν αποτελεί παρά τη συνισταμένη όλων των άλλων αποφάσεων και των αμυντικών προετοιμασιών για τις οποίες έχει άμεσο λόγο η πολιτική ηγεσία, να εγκρίνεται από το ΣΑΓΕ. Αυτό θα πρέπει τουλάχιστον να εγκρίνεται από το Συμβούλιο 'Αμυνας, αν όχι και από το ΚΥΣΕΑ.
Τώρα, θα πάω κατ' ευθείαν στην υποπαράγραφο 2β.4. Η διάταξη αυτή είναι αντιδεοντολογική, αν δεν αποτελεί τελικά έναν παραλογισμό ή δεν ξέρω πώς αλλιώς να τον χαρακτηρίσω. Η ανάληψη της επιχειρησιακής διοίκησης μετά από απόφαση του ΣΑΓΕ, δεν μπορεί παρά να εννοεί ότι ο Αρχηγός του Γενικού Επιτελείου Εθνικής ?μυνας θα συγκαλεί τους Αρχηγούς των Γενικών Επιτελείων για να τους ζητήσει την έγκριση να αναλάβει τη διοίκηση των δυνάμεών τους. Κι αν δεν συμφωνήσουν, αυτός τι θα κάνει; Ποιος είναι ο ρόλος του και ποια είναι η θέση του; Το δικαίωμα αυτό θα πρέπει να το έχει, σύμφωνα με τα όσα κρατούν στις Ένοπλες Δυνάμεις, προϊστάμενο του Α/ΓΕΕΘΑ κλιμάκιο. Θεωρώ πως αυτό είναι αυτονόητο.
Τώρα η διευκρίνιση του όρου "επιχειρησιακή διοίκηση", είναι ελλιπής, διότι απαιτείται πλήρης διευκρίνιση του όρου αυτού, όπως επίσης και η διάκριση της επιχειρησιακής διοίκησης από τη μη επιχειρησιακή διοίκηση ή όπως αυτή θα τιτλοφορηθεί, θα βαφτιστεί, θα ονομαστεί. Ποιος θα χειρίζεται τα θέματα προσωπικού; Ποιος θα χειρίζεται τα θέματα εκπαίδευσης, τα ζητήματα διοικητικής μέριμνας και άλλα των διακλαδικών δυνάμεων;
Η πρόταση που περιλαμβάνεται μέσα ότι υποβοηθείται από το ΣΑΓΕ δεν έχει ουσία και περιεχόμενο και βεβαίως προκαλεί σύγχυση. Πρέπει να αντικατασταθεί ότι υποβοηθείται από τους Αρχηγούς των Γενικών Επιτελείων κ.λπ.
Τώρα, παράγραφος 5. Πλήρως ακαταλαβίστικη, διότι, αν λαμβάνεται απόφαση στο ΣΑΓΕ για την προτεραιότητα των εξοπλιστικών προγραμμάτων, ο Α/ΓΕΕΘΑ δεν μπορεί να κάνει διαφορετική εισήγηση, εκτός κι αν ο ίδιος διαφοροποιείται απ' αυτή, οπότε στα διπροϊστάμενα κλιμάκια θα υπάρχουν κατ' ανάγκη δύο διαφορετικές εισηγήσεις και καλύτερα θα είναι να μη συγκαλείται το ΣΑΓΕ.
Αλλά και τι έννοια θα έχει η απόφαση του ΣΑΓΕ, αν η επεξεργασία γίνεται μεταξύ των κλάδων και του Υπουργείου Εθνικής ΄Αμυνας, που σαφώς εννοεί ότι το ΓΕΕΘΑ παρακάμπτεται; Υπάρχουν πάρα πολλά ζητήματα, αλλά σας είπα ότι προτείνω αυτό το άρθρο να αποσυρθεί.
Τώρα στο άρθρο 3 - και τελειώνω, κύριε Πρόεδρε- στην παράγραφο 1, η προστιθέμενη παράγραφος "Για μονάδες που ανήκουν στην Επιχειρησιακή Διοίκηση του Α/ΓΕΕΘΑ, απαιτείται η σύμφωνη γνώμη του", δημιουργεί μια ασάφεια και οπωσδήποτε μια αντιδεοντολογική σχέση μεταξύ των αρχηγών των γενικών επιτελείων του κλάδου και του Α/ΓΕΕΘΑ, πράγμα το οποίο δεν επιθυμούμε.
Αυτό προκύπτει σύμφωνα με την υποπαράγραφο στ΄ της παραγράφου 4 του άρθρου 14 του νόμου, κατά την οποία οι αρχηγοί των κλάδων διατηρούν το δικαίωμα να αποφασίζουν για τη συγκρότηση και διάλυση μονάδων του κλάδου τους. Για τις μονάδες που ανήκουν στην επιχειρησιακή διοίκηση του Α/ΓΕΕΘΑ, θα απαιτείται η σύμφωνη γνώμη του.
Αυτό δεν μπορεί πρακτικά να σημαίνει τίποτε άλλο, κύριε Πρόεδρε -και τελειώνω- από το να αποφασίζει ο Α/ΓΕΕΘΑ τη συγκρότηση και διάλυση και έμμεσα να καταργείται το δικαίωμα των αρχηγών των γενικών επιτελείων. Σε αντίθετη περίπτωση, το να αποφασίζουν τώρα οι αρχηγοί των κλάδων τη συγκρότηση και τη διάλυση μονάδων που διατέθηκαν σε προϊστάμενο κλιμάκιο, μάλλον αποτελεί παραλογισμό.
Τέλος στην παράγραφο 3, αν ο Α/ΓΕΑ είναι υπεύθυνος για την αεράμυνα, δεν χρειάζεται να του καθοριστεί, παραδείγματος χάρη, ότι θα εισηγείται και την πολιτική κλπ., διότι το θέμα είναι έναντι τίνος αυτός είναι υπεύθυνος. Έναντι του Α/ΓΕΑ ή έναντι του Υπουργού;
ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ (Παναγιώτης Σγουρίδης): Έχετε εξελιχθεί σε θηλυκό αξιωματικό.
ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗ ΠΑΠΑΚΩΣΤΑ ΣΙΔΗΡΟΠΟΥΛΟΥ: Εσείς δεν ήσασταν που εισηγηθήκατε τη στράτευση των γυναικών, κύριε Πρόεδρε; Λοιπόν, ιδού το αποτέλεσμα.
ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ (Παναγιώτης Σγουρίδης): Συνεχίστε, κυρία Παπακώστα.
ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗ ΠΑΠΑΚΩΣΤΑ ΣΙΔΗΡΟΠΟΥΛΟΥ: Δεν είναι λογικό, λοιπόν, να είναι υπεύθυνος έναντι και των δυο σε παράλληλη διάταξη.
Κύριε Πρόεδρε, θα ήθελα να κάνω μια τελευταία επισήμανση. Αν ο Α/ΓΕΕΘΑ απ' ό,τι εκτιμάται θα διοικεί το αεροπορικό και το αντιαεροπορικό δυναμικό, σε διακλαδικό πάντοτε πλαίσιο, αυτός πρέπει να είναι και ο υπεύθυνος έναντι του Υπουργού Εθνικής ?μυνας και ο Α/ΓΕΑ έναντι του Α/ΓΕΕΘΑ.
Γι' αυτούς τους λόγους, λοιπόν, πρέπει να προσέξετε τις διατάξεις. Βεβαίως δεν μπορούμε να ψηφίσουμε τα συγκεκριμένα άρθρο.

Επισκεφθείτε μας...

 

 

 

Εγγραφή στο Newsletter

 
 

Επισκεφθείτε...