Πρακτικά

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΗ ΡΠΕ' Τρίτη 5 Ιουνίου 2001

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΗ ΡΠΕ'
Τρίτη 5 Ιουνίου 2001

Ψήφιση στο σύνολο του σχεδίου νόμου του Υπουργείου Δικαιοσύνης: "Τροποποίηση διατάξεων του Ποινικού Κώδικα και του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας και άλλες διατάξεις για την προστασία του πολίτη από αξιόποινες πράξεις εγκληματικών οργανώσεων",

ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗ ΠΑΠΑΚΩΣΤΑ-ΣΙΔΗΡΟΠΟΥΛΟΥ: Κύριε Πρόεδρε, κύριοι συνάδελφοι, με αφορμή το συζητούμενο νομοσχέδιο θέλω να καταθέσω και εγώ τις απόψεις μου.
Πραγματικά εντυπωσιάστηκα ιδιαίτερα από τους τελευταίους ομιλητές, από αυτά τα οποία άκουσα και φαντάζομαι ότι αν ήταν και περισσότεροι συνάδελφοι εδώ, εξίσου θα είχαν εντυπωσιαστεί. 'Εχω την αίσθηση ότι δεν χρειάζεται να τοποθετηθούμε στο θέμα, έτσι όπως μίλησε προηγουμένως ο κ. Βαλυράκης ή ο κ. Τσίμας ή ο κ. Τσεκούρας, αλλά και άλλοι συνάδελφοι πριν απ' αυτούς, με την έννοια ότι είναι περιττή η ψήφος των Βουλευτών της Βουλής σε μια υπόθεση, η οποία είναι χαμένη από χέρι, ας μου επιτραπεί η έκφραση. Εγώ αυτό το συμπέρασμα έβγαλα.
'Ομως, επειδή πολλές φορές πρέπει να είμαστε απολύτως ειλικρινείς όταν γίνονται τέτοιες τοποθετήσεις τις οποίες εγώ θεωρώ σοβαρές διότι με σοβαρότητα ελέχθησαν, θα πρέπει να λέμε και τα πράγματα με το όνομά τους. 'Αλλα πράγματα είχα κατά νου να πω και άλλα στη συνέχεια μου προκύπτουν από αυτές τις τοποθετήσεις. Δεν είναι, λοιπόν, καθόλου τυχαίο το γεγονός, σύμφωνα με αυτά που άκουσα και εδώ, αλλά και στη Διαρκή Επιτροπή, της οποίας είμαι μέλος, ότι στον τίτλο του συζητουμένου νομοσχεδίου δεν υπάρχει καν ο όρος "τρομοκρατία". Θα συμμερισθώ απολύτως τις θέσεις και τις απόψεις των συναδέλφων εκείνων και τις αιτιάσεις προς εκείνους, οι οποίοι θέλουν να συμπεριληφθεί ο όρος αυτός στο συζητούμενο νομοσχέδιο λέγοντας ως επιχείρημα ότι δεν είναι δυνατόν να διασύρεται η χώρα από ένα μεμονωμένο, πράγματι, φαινόμενο και να θεωρήσουμε ότι στην Ελλάδα υπάρχει τρομοκρατία. Θα συμφωνούσα απολύτως μαζί τους, διότι και ως πολίτης και ως αντιπρόσωπος του ελληνικού λαού στο ελληνικό Κοινοβούλιο είμαι πάντοτε υπέρ της αρχής ότι θα πρέπει εμείς οι πολίτες, αλλά και οι πολιτικοί, πρωτίστως, και ως κύριο μέλημά μας να έχουμε την περιφρούρηση της χώρας μας, και τη σωστή διεθνή της εικόνα. Και ασφαλώς να προσπαθούμε με κάθε τρόπο, "με οποιαδήποτε πράξη, αλλά χωρίς παραλείψεις να αποφεύγουμε, αν θέλετε, τέτοιου είδους αιτιάσεις κατά της χώρας μας.
'Όμως, εδώ υπάρχει μια αντίφαση, ένα σχήμα οξύμωρο, σε εκείνους οι οποίοι επιχειρούν με αυτό το δήθεν -εγώ το χαρακτηρίζω έτσι- επιχείρημα να αποσείσουν αν θέλετε την τοποθέτηση του όρου "τρομοκρατία" στο νομοσχέδιο. Πρόσφατα ψηφίσαμε ως Βουλή των Ελλήνων, την κύρωση διμερούς συμφωνίας μεταξύ της Ελλάδος και της Τουρκίας, όπου στην εισηγητική έκθεση, αλλά και στον τίτλο αυτής της συμφωνίας αναφέρεται ότι κυρώνει ουσιαστικά την καταπολέμηση του εγκλήματος και ιδιαίτερα της τρομοκρατίας, -αναφέρεται ο όρος μέσα- του οργανωμένου εγκλήματος, της παράνομης διακίνησης κλπ. Αν, λοιπόν, το επιχείρημα το οποίο επικαλούνται είχε οντότητα και ήταν υπαρκτό, φαντάζομαι ότι δεν θα υπήρχε η ανάγκη να υπάρχει αυτός ο όρος σε μια συμφωνία, η οποία ουσιαστικά αποδέχεται και παραδέχεται την ύπαρξη της τρομοκρατίας πού; Στην Ελλάδα ή στην Τουρκία; Εν πάση περιπτώσει κάποιος από αυτούς, οι οποίοι ισχυρίζονται το αντίθετο ας μας το αποσαφηνίσει.
'Ένα άλλο θέμα το οποίο πρέπει να μας απασχολήσει, και μετά απ' αυτά τα οποία άκουσα με δέος πρέπει να σας πω, γιατί εγώ ανήκω στη γενιά εκείνων των πολιτικών και ο κ. Καμμένος και πολλοί άλλοι συνάδελφοι από το ΠΑΣΟΚ, αλλά και από τα άλλα πολιτικά κόμματα, που την έννοια, αν θέλετε, της τρομοκρατίας τη βιώσαμε θεωρητικά. 'Ημασταν ήδη σε πολύ νεαρά ηλικία, ήμασταν σχεδόν στο δημοτικό σχολείο, με αποτέλεσμα να μην έχουμε γνώση από πρώτο χέρι παρά από περιγραφές εκ των υστέρων και με στοιχεία, τα οποία προσπαθούμε να συγκεντρώσουμε τώρα πια ως Βουλευτές, για να αντιμετωπίσουμε το φαινόμενο αυτό.
Θέλω να σας πω ότι το πρόβλημα της τρομοκρατίας, έτσι όπως τοποθετείται σήμερα πολιτικά, έχω την αίσθηση ότι μας απαγορεύει ως αντιπρόσωποι του ελληνικού λαού να ασχοληθούμε και να το αγγίξουμε. Γιατί το λέω αυτό; Διότι είκοσι επτά ολόκληρα χρόνια από την εμφάνιση του φαινομένου, δεν παρατηρείται καμία απολύτως πρόοδος. 'Ερχεται σήμερα ένα νομοσχέδιο από την Κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, το οποίο πράγματι αντιδρούσε και με το ν. 774/78 και με το ν.1916/90 στη δημιουργία ενός θεσμικού πλαισίου, το οποίο να μπορεί να αντιμετωπίσει τέτοιου είδους καταστάσεις, τέτοιου είδους φαινόμενα όπως είναι η τρομοκρατία και σήμερα, έρχεται το ίδιο ως Κυβέρνηση να κάνει ένα "τράνς" σχέδιο νόμου, το οποίο ουσιαστικά μπορούσε να τιτλοφορηθεί "και τούτο ποιείν κακείνο μη αφιέναι". Και το ένα, να ικανοποιήσουμε τις υποχρεώσεις μας και την υποχρέωση, που έχει η χώρα μας να εναρμονιστεί μ' αυτά που συμβαίνουν στην Ευρωπαϊκή 'Ενωση αλλά και στις άλλες πολιτισμένες χώρες σε σχέση με το θεσμικό πλαίσιο, που αφορά την τρομοκρατία, αλλά και από την άλλη πλευρά να ακυρώνουμε στην ουσία αυτή μας τη νομοθεσία με διατάξεις, οι οποίες επί της ουσίας θίγουν και πλήττουν, αν θέλετε, εκείνα τα οποία λέει ο λαός "μικρά ψάρια" και αφήνουν ατιμώρητους ή στο απυρόβλητο εκείνους, οι οποίοι είναι οι ιδεολογικοί ταγοί.
Εξάλλου το έναυσμα και το εναρκτήριο λάκτισμα δόθηκε και από τον κύριο Υπουργό, ο οποίος και σήμερα σε αιτίαση της κας Παπαρήγα, της Γενικής Γραμματέως του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας, απάντησε ότι δεν ήταν γκάφα. Ασφαλώς και δεν ήταν γκάφα η τοποθέτησή του περί δήθεν "ιδεολογικού υποβάθρου", πράγμα το οποίο θεωρώ απαράδεκτο, πράγμα το οποίο θεωρώ αδιανόητο, όσον αφορά το λεγόμενο "ιδεολογικά οργανωμένο έγκλημα", έτσι όπως το τοποθέτησε ο κύριος Υπουργός.
Κατά συνέπεια έχω την αίσθηση ότι εμείς, ως Νέα Δημοκρατία, πέφτουμε αν θέλετε, σε μια αντίφαση πολιτική. Εμείς επί της ουσίας θέλουμε να πατάξουμε, θέλουμε να εξιχνιάσουμε, θέλουμε να φέρουμε στο φως και στη διαφάνεια της κοινωνικής κριτικής και της κριτικής του ελληνικού λαού ένα τέτοιο θλιβερό κατάπτυστο φαινόμενο, το οποίο πραγματικά πλήττει τη δημοκρατία ευθέως.
Και άκουσα την άποψη ότι η δημοκρατία θεμελιώνεται με περισσότερη δημοκρατία. Μόνο που σε αυτήν την περίπτωση η περισσότερη δημοκρατία δεν μπορεί να σημαδεύεται μέσα από κάνες όπλων και βεβαίως στη συνέχεια να αναπτύσσεται κάτω από σωρούς πτωμάτων αθώων πολιτών, οι οποίοι κατά καιρούς χρησιμοποιούνται, διότι είναι επώνυμοι, για να αποπροσανατολίσουν ή για να εξυπηρετήσουν πολιτικές σκοπιμότητες ή άλλες, τέλος πάντων, σκέψεις.
Γι' αυτό σας είπα ότι εμείς, ως Νέα Δημοκρατία, βρισκόμαστε αυτήν τη στιγμή μεταξύ σφύρας και άκμονος, υπό την έννοια ότι έχουμε ως συνεπή αρχή μας το γεγονός ότι η δημοκρατία οφείλει να έχει θεσμούς, ότι το κράτος δικαίου οφείλει να περιφρουρεί τους πολίτες, ότι η δημοκρατία έχει ανάγκη να λειτουργεί μέσα από θεσμικά όργανα, μέσα από το ελληνικό Κοινοβούλιο και κυρίαρχος είναι ο λαός και όχι οι κάνες των όπλων ή όποιες τρομοκρατικές οργανώσεις.
Εμείς, λοιπόν, παρ' ότι το συγκεκριμένο νομοσχέδιο έχει αδυναμίες, και έχει σοβαρές ατέλειες, γιατί είναι ένα νομοσχέδιο, το οποίο φέρεται κάτω από την πίεση άλλων γεγονότων και εξωγενών παραγόντων και είναι πέραν της πολιτικής βούλησης της Κυβέρνησης, επί της αρχής συμφωνούμε απολύτως. 'Οτι δηλαδή θα πρέπει επιτέλους να υπάρχει ένα τέτοιο θεσμικό πλαίσιο, το οποίο στοιχειωδώς τουλάχιστον να περιφρουρεί θεμελιώδη ατομικά δικαιώματα και ελευθερίες, όπως είναι αυτές των θυμάτων, ή εκείνων οι οποίοι κατά καιρούς επλήγησαν από την τρομοκρατία, έστω κι αν ήταν σε συγκεκριμένες χρονικές περιόδους και έστω κι αν πράγματι δεν μπορούμε να το γενικεύσουμε και να πούμε ότι είμαστε μια χώρα, στην οποία η τρομοκρατία ανθεί.
Θέλω να σας πω ότι οι επικριτές του συγκεκριμένου νομοσχεδίου από την πλευρά του Συνασπισμού αλλά και του ΚΚΕ έκαναν κάποιους αφορισμούς, αποχώρησαν από τη Βουλή και θεωρώ ότι αυτό αποτελεί ουσιαστικά μια "οιονεί" αποφυγή ανάληψης πολιτικών ευθυνών, έτσι ώστε ένα ζήτημα, το οποίο μας αγγίζει τόσα χρόνια, ένα θέμα το οποίο υποτίθεται ότι το ακουμπούσαμε τόσα χρόνια, να αφήνεται στη διακριτική ευχέρεια των δυο μεγάλων κομμάτων να το υπερψηφίσουν ή να το καταψηφίσουν. Αυτό θεωρώ ότι είναι πολιτικά άηθες και θεωρώ βεβαίως από την άλλη πλευρά ότι ο καθένας που βρίσκεται εδώ μέσα και αντιπροσωπεύει το σύνολο της ελληνικής κοινωνίας κατά το μέρος που του αναλογεί, οφείλει να παίρνει και την πολιτική ευθύνη.
Πρακτικά τώρα, γιατί μίλησε ο κύριος Υπουργός για δήθεν "ιδεολογικό υπόβαθρο" και σας ανέπτυξα και εγώ το ιδεολογικό υπόβαθρο της δικής μου θέσης του ότι αισθάνομαι δηλαδή ανήμπορη ως Βουλευτής και αντιλαμβάνομαι ότι ποτέ αυτός ο νόμος δεν θα υλοποιηθεί και αντιλαμβάνομαι ότι στην πράξη ουσιαστικά δεν θα έχουμε κανένα απολύτως αποτέλεσμα και αντιλαμβάνομαι επίσης ότι βεβαίως υπάρχει μια διάθεση να ακυρώσουμε αυτές τις διατάξεις προσπαθώντας να προστατεύσουμε εκείνους τους οποίους δεν θα έπρεπε και να εκθέσουμε ενδεχομένως εκείνους, οι οποίοι είναι η τελευταία τρύπα του ζουρνά. Όμως είμαι υποχρεωμένη και από την άλλη πλευρά ταγμένη στην αρχή του κράτους δικαίου ...
(Στο σημείο αυτό κτυπάει το κουδούνι λήξεως του χρόνου ομιλίας της κυρίας Βουλευτού)
Κύριε Πρόεδρε, σε λίγο θα τελειώσω.
... ότι πρέπει επί της αρχής να συμφωνήσω ακόμα και σ' ένα τέτοιο νομοσχέδιο. Ρωτώ όμως: Είναι τυχαίο το γεγονός ότι απουσιάζει ο Υπουργός της Δημόσιας Τάξης; Είναι τυχαίο το γεγονός -θα σας δώσω ένα παράδειγμα στη συνέχεια- ότι αυτήν τη στιγμή δεν υπάρχει ο μηχανισμός εκείνος, ο οποίος θα επιτρέψει στην έννομη τάξη και ιδιαίτερα στις διωκτικές αρχές να εφαρμόσουν ένα τέτοιο σχέδιο νόμου το οποίο αύριο θα γίνει νόμος του ελληνικού κράτους;
Αναμφισβήτητη απόδειξη γι' αυτήν την προσπάθεια της Κυβέρνησης να ακυρώσει στην ουσία τη δυνατότητα που έχουν οι διωκτικές αρχές, να λειτουργήσουν προς την κατεύθυνση εξιχνίασης της τρομοκρατίας, είναι το γεγονός ότι έχει ανατεθεί στην υποδιεύθυνση της κρατικής ασφάλειας όλη αυτή η διαδικασία, που αφορά τρομοκρατικές ενέργειες, δηλ. τα γκαζάκια, η επίθεση κατά του κ. Σιούφα, η επίθεση κατά δημοσιογράφων, κατά τραπεζών, πολιτικών γραφείων κλπ.
Προσέξτε την αντίφαση και το αστείο του πράγματος μέσα στην τραγικότητά του και τελειώνω με αυτό, κύριε Πρόεδρε.
Παρ' όλο που η προανάκριση διενεργείται γι' αυτές τις υποθέσεις -και ήθελα να είναι εδώ ο κύριος Υπουργός Δημόσιας Τάξης για ν' απαντήσει- από την υποδιεύθυνση της κρατικής ασφάλειας, η αποζημίωση σε φυσικά και νομικά πρόσωπα για τις υλικές ζημιές εξαιτίας ή εξ αφορμής τρομοκρατικών πράξεων, που αποδίδονται σύμφωνα με την υπ' αριθμόν 2092408/31.12.92 απόφαση του Υπουργείου Οικονομικών, χορηγείται για την Αττική από την ΔΑΕΕΒ. Η ΔΑΕΕΒ, όπως ξέρετε, είναι η Διεύθυνση Αντιμετώπισης Ειδικών Εγκλημάτων Βίας-αντιτρομοκρατική. Είναι τυχαίο αυτό το περιστατικό; Είναι τυχαίο για παράδειγμα ότι προδιαγράφεται η σύσταση υποδιεύθυνσης δίωξης οργανωμένου εγκλήματος στη Διεύθυνση Ασφάλειας Αττικής; Καταργείται δηλαδή η αντιτρομοκρατική; Δεν μπορούν να συνεργαστούν οι καθ' ύλην αρμόδιες υπηρεσίες όπως της δίωξης οργανωμένου εγκλήματος, οικονομικού εγκλήματος, ναρκωτικών κλπ.; Τι συμβαίνει πράγματι εδώ;
Εν πάση περιπτώσει, θα πω και κάτι άλλο τελειώνοντας.
Κύριε Πρόεδρε και κύριοι συνάδελφοι,έχει αποδειχθεί ότι οι κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ αν δεν σύρονται έξωθεν,δεν αντιμετωπίζουν τα προβλήματα. Αυτό αποδεικνύεται και με το υπό συζήτηση νομοσχέδιο μετά τη σύμβαση του Παλέρμο αλλά βεβαίως αποδεικνύεται -και από το γεγονός ότι υποχρεώθηκε η χώρα μας, με πρωτοβουλία του ΥΠΕΞ να συστήσει εθνική αρχή για τα χημικά όπλα, ενώ αντιθέτως επειδή δεν έχει υποχρεωθεί ακόμη, παρ' ότι υπάρχει σε όλα τα ξένα κράτη, να συστήσει αντίστοιχη εθνική αρχή με πολιτική υποστήριξη και συντονισμό για τις ραδιενεργές ουσίες και για την παράνομη διακίνηση πυρηνικών, δεν υπάρχει ακόμα στην χώρα μας.
(Στο σημείο αυτό ξανακτυπάει το κουδούνι λήξεως του χρόνου ομιλίας της κυρίας Βουλευτού)
Θέλω να σας πω τελειώνοντας ότι πραγματικά λυπούμαι και θλίβομαι, γιατί υπάρχουν πολλοί συνάδελφοι, οι οποίοι γνωρίζουν. Ομίλησαν, αλλά δεν μας λένε τι ακριβώς γνωρίζουν και αισθάνομαι ότι εδώ υπάρχει ένα πέπλο μυστηρίου, το οποίο καλύπτει και συγκαλύπτει τη συγκεκριμένη δραστηριότητα. Σας ευχαριστώ.

ΘΕΡΟΥΣ 2001 ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΗ ΛΣΤ΄

ΤΜΗΜΑ ΔΙΑΚΟΠΗΣ ΕΡΓΑΣΙΩΝ ΒΟΥΛΗΣ
ΘΕΡΟΥΣ 2001
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΗ ΛΣΤ΄
Πέμπτη 20 Σεπτεμβρίου 2001

Συνέχιση της συζήτησης επί των άρθρων και του συνόλου του νομοσχεδίου του Υπουργείου Πολιτισμού: "Θέματα Ολυμπιακής Φιλοξενίας, Έργων Ολυμπιακής Υποδομής και άλλες διατάξεις".


ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗ ΠΑΠΑΚΩΣΤΑ-ΣΙΔΗΡΟΠΟΥΛΟΥ: Έλαβα το λόγο, κύριε Πρόεδρε, μόνο και μόνο γιατί θεωρώ πως ο πολιτισμός -και βέβαια με αφορμή το νομοσχέδιο για τα ολυμπιακά έργα και την ολυμπιακή φιλοξενία- αφορά κυρίως και πρωτίστως τον άνθρωπο.
Κατά συνέπεια, λοιπόν, εδώ αναδεικνύεται, κατά την άποψη εκείνων -και θα σας αναφέρω σε ποιους αναφέρομαι- οι οποίοι ασχολούνται με τα ζητήματα πολιτισμού -και ειδικότερα οι ΠE- καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες της υπηρεσίας και οι οποίοι σύμφωνα με το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο και με το νόμο που θέλετε να περάσετε στη Βουλή, δεν έχουν κανένα απολύτως δικαίωμα και καμία δυνατότητα να μπορέσουν μέσω των διαδικασιών που προβλέπονται στο άρθρο 17, να επανακάμψουν μετά από τόσα χρόνια δουλειάς στο Υπουργείο Πολιτισμού.
Τελειώνοντας, θέλω να πω ότι αυτό θα πρέπει να σας απασχολήσει σοβαρά, είναι ένα ζήτημα κοινωνικό, εργαζομένων οι οποίοι καλύπτουν αυτού του είδους τις ανάγκες, πανεπιστημιακών ανθρώπων, τεχνικών, που έχουν εξειδικεύσεις. Κατά συνέπεια θεωρώ ότι πρέπει να προσδιορίσετε και το χρόνο που θα πραγματοποιήσετε τις προσλήψεις, αλλά και να εντάξετε αυτούς στη διαδικασία.
Με αφορμή το λόγο που μου δώσατε και σας ευχαριστώ, κύριε Πρόεδρε, για μία ακόμη φορά, θέλω να παρατηρήσω το εξής ως νέα Βουλευτής: Δεν διανοείται -φαντάζομαι- κανείς σ΄ ένα δημοκρατικό πολίτευμα να ονομάζει "πακέτα Σημίτη", "πακέτα Χ", "πακέτα Ψ", τα χρήματα του ελληνικού λαού, όταν πολύ περισσότερο ο ελληνικός λαός θα κληθεί να πληρώσει το "μάρμαρο", όταν από εξακόσια ογδόντα επτά δισεκατομμύρια περίπου, όπως προϋπολογίσαμε το κόστος των Ολυμπιακών Αγώνων, σήμερα αγγίζουμε τα τρία τρισεκατομμύρια.
Ευχαριστώ.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΗ ΡΞΒ΄ Τετάρτη 2 Μαΐου 2001

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΗ ΡΞΒ΄
Τετάρτη 2 Μαΐου 2001


Συζήτηση επί της αρχής του σχεδίου νόμου του Υπουργείου Δικαιοσύνης : Επιτάχυνση της τακτικής διαδικασίας ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων και λοιπές δικονομικές και συναφείς ρυθμίσεις",

ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗ ΠΑΠΑΚΩΣΤΑ-ΣΙΔΗΡΟΠΟΥΛΟΥ: Κύριε Πρόεδρε, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, με αφορμή τη συζήτηση του σχεδίου νόμου για την επιτάχυνση της τακτικής διαδικασίας ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων, έτσι όπως τιτλοφορείται τουλάχιστον το παρόν νομοσχέδιο, είχαμε την ευκαιρία και την ευχέρεια να δούμε ποιες είναι οι ρυθμίσεις εκείνες τις οποίες προτείνει το Υπουργείο της Δικαιοσύνης στις αρχές του 21ου αιώνα με κυριαρχούσα πλέον διεθνώς, αλλά και στην Ευρώπη ασφαλώς, τη θέση και την άποψη της εφαρμογής του δικαίου σε επίπεδο πρακτικό και αν θέλετε και της κοινωνικής διάστασης του κράτους δικαίου και όχι μονάχα ιδωμένο από την πλευρά μιας διεκπεραιωτικής διαδικασίας και μάλιστα με συνοπτικότερες διαδικασίες, οι οποίες στην ουσία έτσι όπως έρχεται το παρόν νομοσχέδιο, φαίνεται τουλάχιστον ότι στερούν βασικές δυνατότητες των πολιτών να προσφεύγουν για την έννομη προστασία την οποία δικαιούνται τόσο από το Σύνταγμα όσο και από τους νόμους της χώρας, στη δικαιοσύνη για την απονομή του δικαίου.
Από την άλλη πλευρά, το στοιχείο εκείνο το οποίο θα έπρεπε κατά την άποψή μας και κατά τη δική μου εκτίμηση ως ασκούσας μέχρι και πριν τις παραμονές των εκλογών μαχόμενη δικηγορία, τη φιλοσοφία του νομοσχεδίου, κατά την άποψή μας, θα έπρεπε να ήταν μια φιλοσοφία η οποία προσπαθεί πραγματικά να δώσει και ως δείγμα πολιτισμού μια ποιότητα στην απονομή της δικαιοσύνης, τέτοια η οποία πραγματικά να αξίζει και στο θεσμό της δικαιοσύνης ως διακριτής λειτουργίας από το Σύνταγμα αλλά και στους πολίτες ενός σύγχρονου ευρωπαϊκού κράτους, οι οποίοι ευελπιστούν, όταν απευθύνονται στη δικαιοσύνη τους, σε όλες τις βαθμίδες της, τόσο στην πολιτική όσο και στην ποινική και σε όλα της τα επίπεδα, να τυγχάνουν της απονομής μιας δικαιοσύνης η οποία παρέχει υψηλού επιπέδου υπηρεσίες.
Αντί λοιπόν γι αυτό, αντί αυτή να ήταν η κυριαρχούσα άποψη της φιλοσοφίας του νομοσχεδίου, διαπιστώνουμε ότι πρόκειται, ας μου επιτραπεί η έκφραση, για μια εσπευσμένη, ας πούμε, προσπάθεια, η οποία προσπαθεί να κουκουλώσει πράγματα, να δώσει την εντύπωση ότι εξωραΐζει ένα πλαίσιο το οποίο σήμερα πράγματι είναι δυσκίνητο, είναι δυσλειτουργικό, είναι ένα πλαίσιο το οποίο δεν κινείται στην κατεύθυνση της απονομής της δικαιοσύνης μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα, έτσι ώστε πολλές φορές τα αιτήματα και τα δίκαια του πολίτη αντί να υπηρετούνται, στην ουσία εξοβελίζονται και ακυρώνονται όταν έρθει το πλήρωμα του χρόνου, να εκδοθεί ύστερα από πάρα πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα η δικαστική απόφαση.
Και πολλές φορές καθίσταται πλέον η απόφαση των δικαστηρίων γράμμα κενό, γιατί έχει περάσει ο χρόνος εκείνος μέσα στον οποίον ήταν και επίκαιρο το θέμα και εύλογο το χρονικό διάστημα στο οποίο θα έπρεπε να απονεμηθεί η δικαιοσύνη.
Εκείνο το οποίο εγώ θα ήθελα να τονίσω επιπλέον είναι το εξής: Δεν είναι δυνατόν σε καμία περίπτωση να προσπαθήσουμε να περιορίσουμε -και εδώ θα κάνω μια παρένθεση λέγοντας ότι είναι αναφαίρετο δικαίωμά του πολίτη να προσφεύγει στη δικαιοσύνη όπως το κρίνει εκείνος σκόπιμο, με τον τρόπο που του προσφέρεται μέσα από το θεσμοθετημένο δικονομικό σύστημα και όποτε εκείνος θεωρεί ότι τον εξυπηρετεί- διά νόμου αυτήν την ώρα, τη διάθεση μιας μερίδας, αν θέλετε, πολιτών, οι οποίοι επιθυμούν να προσφεύγουν στα δικαστήρια για οποιοδήποτε λόγο και με οποιαδήποτε δική τους προσωπική λογική.
Γι' αυτό, λοιπόν, το Σύνταγμα ήταν σαφές -και νομίζω ότι είναι σαφές και τώρα και στις διατάξεις τις οποίες αναθεωρήσαμε- ότι ο πολίτης όποτε κρίνει σκόπιμο, με τη λογική η οποία τον διακατέχει, με το επίπεδο της μόρφωσης το οποίο έχει και με το βιοτικό του επίπεδο, όταν θεωρεί ότι αδικείται, κακώς ή καλώς, εσφαλμένα ή ορθώς, θα πρέπει να έχει τη δυνατότητα να προσφεύγει στη δικαιοσύνη και εκείνη να του παρέχει άριστες υπηρεσίες όσον αφορά την απονομή της.
Όσον αφορά, λοιπόν, το σχέδιο νόμου θα θεωρούσα ότι θα εκινείτο προς τη σωστή κατεύθυνση εάν είχε λάβει υπόψη του τις θέσεις, τις απόψεις και τις επισημάνσεις εκείνων οι οποίοι εμπλέκονται, εκείνων οι οποίοι υπηρετούν τη δικαιοσύνη. Και είδαμε ότι η Ένωση Δικαστών κατέθεσε συγκεκριμένες προτάσεις, οι οποίες ούτε λίγο ούτε πολύ μας έλεγαν ότι παραμένει στην ουσία γράμμα κενό το συγκεκριμένο νομοσχέδιο εάν παράλληλα δεν συνοδεύεται από τρεις υπαρκτές προϋποθέσεις. Η μια είναι η αύξηση του αριθμού των δικαστών, διότι δεν νοείται απονομή της δικαιοσύνης, δεν νοείται ορθολογική απονομή της δικαιοσύνης, δεν νοείται ουσιαστική απονομή της δικαιοσύνης χωρίς να υπάρχει το έμψυχο υλικό, άρα οι δικαστές οι οποίοι θα την απονέμουν. Το δεύτερο στοιχείο είναι η κτιριακή υποδομή. Υπάρχει έλλειμμα στο ζήτημα αυτό. Και το τρίτο και βασικότερο στοιχείο για το οποίο πραγματικά θα έπρεπε να υπάρχει ακόμα εντονότερη κριτική αλλά και αυτοκριτική από την πλευρά της Κυβέρνησης, είναι το θέμα της τεχνικής επεξεργασίας των δεδομένων, της μηχανοργάνωσης, των δικαστηρίων και της γραμματειακής υποστήριξης, δηλαδή των δικαστικών υπαλλήλων οι οποίοι είναι απαραίτητοι για να στελεχώνουν ακριβώς αυτόν τον πυλώνα του δικού τους μεριδίου που συνιστά στην ταχύτερη, στην ορθότερη και στην πλέον αξιόπιστη απονομή της δικαιοσύνης.
Αυτά τα στοιχεία που συζητούμε τώρα και έτσι όπως έρχεται το σχέδιο νόμου στη Βουλή, σε καμία περίπτωση δεν υπηρετούνται, διότι δεν υπάρχουν. Και δεν αντιλαμβάνομαι αυτήν τη διάθεση για επίσπευση. Εκτός εάν συνάγεται από αυτήν την πολιτική συμπεριφορά του Υπουργείου και του καθ' ύλην αρμοδίου Υπουργού, ένα συμπέρασμα πολιτικό, ότι θέλουμε να δούμε τώρα κάποια ζητήματα προκαταρκτικής φύσεως για κάποια νομοσχέδια τα οποία πρέπει ή θέλει η Κυβέρνηση να φέρει στη συνέχεια για να υπάρξει έτσι ένας σύνδεσμος.
Επιπλέον αυτό το οποίο εγώ θα ήθελα να τονίσω πάλι από την πλευρά μου είναι το εξής: Σε αυτήν τη χώρα δεν πάσχουμε από κανόνες δικαίου, δεν πάσχουμε από την έλλειψη νόμων. Αντιθέτως έχουμε πολυνομία, έχουμε πολυσχιδή νομοθεσία διάσπαρτη. Είναι ένας κυκεώνας δηλαδή το νομοθετικό μας πλαίσιο. Και εν τέλει αυτό καταλήγει στη μη ορθή εφαρμογή των νόμων και επομένως στην μη ορθή απονομή της δικαιοσύνης και βεβαίως τελικά στην κακονομία.
Κατά συνέπεια, λοιπόν, επίσης δεν μπορώ να αντιληφθώ την πάγια τακτική της Κυβέρνησης, η οποία φέρνει διαρκώς σχέδια νόμων τα οποία επικαλύπτουν το ένα το άλλο, προσπαθούν να συμπληρώσουν ατέλειες ή κενά. Και βεβαίως αυτό μπορώ να το αντιληφθώ σε όλο το άλλο επίπεδο της νομοθετικής διάθεσης και πρωτοβουλίας της Κυβέρνησης, αλλά δεν μπορώ να το αντιληφθώ και να το εννοήσω σε επίπεδο του Υπουργείου της Δικαιοσύνης και μάλιστα με έναν Υπουργό ο οποίος έχει θητεύσει ως νομικός και ο οποίος έχει την εμπειρία και σε ακαδημαϊκό επίπεδο για το πώς πρέπει να απονέμεται η δικαιοσύνη σήμερα στην Ελλάδα του 21ου αιώνα και πως απονέμεται αυτή, σύμφωνα με τα ευρωπαϊκά δεδομένα.

Από την άλλη πλευρά το στοιχείο εκείνο το οποίο προκύπτει είναι ότι εδώ γίνεται άντληση πόρων μέσα, από την καθημερινή δικαστηριακή πρακτική. Αυτό θεωρώ κατ' αρχήν ότι είναι αθέμιτο, δεν συνάδει με το θεσμό της έννομης προστασίας, όπως αυτή ορίζεται και της αρχής της επιείκειας, η οποία διαπνέει το ευρύτερο δίκαιό μας. Θεωρώ ότι ο κάθε πολίτης οποιασδήποτε οικονομικής επιφάνειας πρέπει να έχει, το δικαίωμα, και είναι υποχρέωση της πολιτείας, να του παρέχει αυτό το δικαίωμα, να προσφεύγει στη Δικαιοσύνη, όποτε κρίνει σκόπιμο, χωρίς να έχει δυσβάστακτο ή αντιστρόφως ανάλογο με την οικονομική του δυνατότητα κόστος, το οποίο να καθιστά αδύνατη έως απαγορευτική την προσβασιμότητα στην απονομή της Δικαιοσύνης.
Κατά συνέπεια λοιπόν, θεωρώ ότι και εδώ επιχειρείται μια τέτοια προσπάθεια. Κοστίζει ακριβά αυτό το σχέδιο νόμου στη διαδικασία απονομής της Δικαιοσύνης για τον πολίτη ο οποίος προσφεύγει. Βεβαίως σε καμία περίπτωση δεν αποσυμφορεί το έργο των δικαστών, εάν αυτό ήταν στις προθέσεις του Υπουργού και ασφαλώς σε καμία περίπτωση δεν επικουρεί και το έργο των δικηγόρων, οι οποίοι στην ουσία πιέζονται ακόμα περισσότερο μέσα απ' αυτές τις συνοπτικές διαδικασίες, όπως τις ονομάζω εγώ, να επιταχύνουν τις λειτουργίες τις δικές τους, το δικό τους δηλαδή το μερίδιο που τους αντιστοιχεί, με αποτέλεσμα αυτό να μην είναι ό,τι καλύτερο για τους πολίτες, οι οποίοι προσδοκούν στην ποιοτική απονομή της δικαιοσύνης.
Τώρα υπάρχουν και κάποιες παρατηρήσεις βέβαια από την πλευρά μου και σε επίπεδο άρθρων. Φαντάζομαι ότι θα τα πούμε στην κατ' άρθρον συζήτηση.
Να κάνω μόνο μια επισήμανση, όσον αφορά τις διαφορές οι οποίες προκύπτουν από την παράδοση ή απόδοση του μισθίου. Εκεί δεν έχουμε δει κάποια πρακτική λύση σε κάποια πρακτικά ζητήματα, διότι η απονομή της δικαιοσύνης έχει νόημα και έχει και μια αξία, όταν πρακτικά απονέμει το δίκαιο και η απόφαση η οποία εκδίδεται για να εξυπηρετήσει τον πολίτη, να τον εξυπηρετεί πράγματι. Εκεί, λοιπόν, βλέπουμε, όσον αφορά τα ένδικα μέσα, τις αποφάσεις δηλαδή του ειρηνοδίκη, όπως ξέρετε στο άρθρο 660 στη παράγραφο 2, κύριε Υπουργέ, όπου η απόφαση του ειρηνοδίκη δεν προσβάλλεται με κανένα ένδικο μέσο. Στο σημείο αυτό κατά την άποψή μου -κάνω μια πρόταση- θα πρέπει τελικά να μπει μια προθεσμία, η αγωγή να ασκείται εντός τριμήνου από την ημέρα που η δικαστική απόφαση με την οποία εξαφανίζεται η προηγούμενη, έγινε αμετάκλητη, για να τελειώνει ένα ζήτημα το οποίο ταλαιπωρεί πάρα πολλούς ανθρώπους, πάρα πολλούς συμπολίτες μας. Είναι νομίζω μια πτυχή της καθημερινής μας ζωής την οποία ουδείς μπορεί να αμφισβητήσει. Ως φιλοσοφία όμως, όπως είπα προηγουμένως και όπως είπε και η παράταξη στην οποία ανήκω, δεν μπορούμε να υπερψηφίσουμε το συγκεκριμένο νομοσχέδιο, γιατί θεωρούμε ότι όπως έλεγε και ο Γέριγκ παραφράζοντας τον ορισμό του δικαίου, το παρόν σχέδιο νόμου, κύριε Πρόεδρε, είναι φλόγα που δεν καίει και ήλιος που δεν φωτίζει με τις ανύπαρκτες προϋποθέσεις, οι οποίες προκύπτουν από το συγκεκριμένο σχέδιο νόμου. Ευχαριστώ.

Επισκεφθείτε μας...

 

 

 

Εγγραφή στο Newsletter

 
 

Επισκεφθείτε...